Βενεζουέλα: Τι μπορεί να συμβεί από δω και πέρα
Οι όποιες κρίσεις για την επέμβαση των ΗΠΑ και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο είναι σίγουρα πρόωρες και οι εξελίξεις σχετικά με το μέλλον της χώρας ρευστές. Επρόκειτο σίγουρα για μια εξαιρετική στρατιωτική επιτυχία, όσον αφορά όμως τον αντίκτυπό της στη διεθνή σκηνή, θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταστροφή
Είναι αυτός ο «πρώτος πόλεμος» του Ντόναλντ Τραμπ; ‘Η μήπως επρόκειτο για άλλη μια «χειρουργική επέμβαση» αντίστοιχη με την αεροπορική επιδρομή της 21ης Ιουνίου του 2025 κατά του Ιράν; ‘Η για μια ιμπεριαλιστική πρόκληση ενός πανίσχυρου όσο και αυταρχικού ηγέτη που καταπατά απροκάλυπτα το διεθνές δίκαιο επιτιθέμενος σε μια κυρίαρχη χώρα; ‘Η για την τιμωρία ενός δικτάτορα που οδήγησε τον λαό της Βενεζουέλας στην εξαθλίωση, έχοντας στερήσει με τη βία την εκλογική νίκη (το 2024) από τη δημοκρατική αντιπολίτευση της βραβευμένης με Νομπέλ Ειρήνης Μαρία Κορίνα Ματσάδο; Θα επιστρέψει η Βενεζουέλα στη δημοκρατία ή θα βυθιστεί στο χάος;
Οι όποιες κρίσεις για την απόφαση του Τραμπ να επέμβουν οι ΗΠΑ στη Βενεζουέλα με «απόλυτη αποφασιστικότητα», βγάζοντας από τη μέση τον Νικολάς Μαδούρο, είναι σίγουρα πρόωρες. Οι συνιστώσες των εξελίξεων σχετικά με το μέλλον της χώρας είναι πολλές και η κατάσταση απόλυτα ρευστή.
Αποτελεί γεγονός, όμως, ότι η σύλληψη (αν και επρόκειτο περισσότερο για αρπαγή) του βενεζουελάνου δικτάτορα, ήταν μια εξαιρετική στρατιωτική επιτυχία, ενώ όσον αφορά τον αντίκτυπό της στη διεθνή σκηνή «θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταστροφή», γράφει σε ανάλυσή του ο Φεντερίκο Ραμπίνι της Corriere della Sera, «ειδικά αν ο Τραμπ θέλει πραγματικά να αναλάβει το βάρος ενός προτεκτοράτου, κυβερνώντας προσωρινά τη Βενεζουέλα από την Ουάσινγκτον».
Κάνοντας λόγο για «πράξη αλαζονείας» από πλευράς Τραμπ, ο ιταλός σχολιαστής σημειώνει πως τα επόμενα θύματα θα μπορούσαν να είναι η Ουκρανία και η Ταϊβάν. Καταδεικνύοντας βάναυσα πως η Βενεζουέλα ανήκει στη σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να δρα κατά το δοκούν –και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου– στη χώρα, είναι σαν ο Τραμπ να έδωσε έμμεσα στον Πούτιν και στον Σι το πράσινο φως να κάνουν και εκείνοι ό,τι θέλουν στις δικές τους «πίσω αυλές»: όπως η Ουάσινγκτον σχεδιάζει να θέσει υπό τον έλεγχό της το Καράκας, το ίδιο μπορούν να κάνουν το Πεκίνο με την Ταϊπέι και η Μόσχα με το Κίεβο.
«Είναι μια βάσιμη θέση», αναγνωρίζει ο Ραμπίνι. Ο ίδιος, όμως, κρίνει πως ο Πούτιν και ο Σι ενδεχομένως να μη συμμερίζονται αυτή την ερμηνεία των γεγονότων. Η ιδέα ότι ο Τραμπ υποστηρίζει και προωθεί μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων που θα εδράζεται σε «τρεις αυτοκρατορίες υπό τρεις αυταρχικούς ηγέτες», ελεύθερους να κυριαρχούν καταπατώντας το διεθνές δίκαιο και δια της ισχύος, συζητείται πολύ από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Ντόναλντ Τραμπ, ειδικά στην Ευρώπη.
Ωστόσο κάποια γεγονότα αντικρούουν αυτή τη θεωρία. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο της Corriere, η ένοπλη επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Μαδούρο ήταν μια «ήττα» για τον Πούτιν και τον Σι, παρόμοια με την ήττα που υπέστησαν τον περασμένο Ιούνιο, όταν οι ΗΠΑ βομβάρδισαν πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Στο πέρασμα των χρόνων, τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα οικοδόμησαν διεθνείς συμμαχίες –πάνω σε αντιδυτικές και αντιαμερικανικές βάσεις– και για δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από επτά μήνες αποδεικνύονται ανίκανες ενώπιον όλου του κόσμου να υπερασπιστούν τους συμμάχους τους.
Η Τεχεράνη δεν προστατεύθηκε ούτε από τους Ρώσους ούτε από τους Κινέζους, παρά τα όπλα και το πετρέλαιο που πουλάει στη Μόσχα και στο Πεκίνο αντίστοιχα. Παρομοίως, ο Μαδούρο δεν προστατεύθηκε ούτε από τους Ρώσους ούτε από τους Κινέζους, παρά τη μακροχρόνια συνεργασία του με τον Πούτιν και τους οικονομικούς δεσμούς του με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
«Αυτές είναι αποδείξεις ανικανότητας, τις οποίες παρατηρούν και εξάγουν συμπεράσματα άλλα κράτη και άλλες ηγεσίες», σχολιάζει ο Ραμπίνι. «Η κινεζική αυτοκρατορία, τόσο προηγμένη όσον αφορά τη διείσδυσή της σε όλον τον κόσμο, είναι μια αυτοκρατορία δεύτερης κατηγορίας εάν δεν αντιμετωπίζει αυτές τις επιδείξεις ισχύος από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ολοι οι παγκόσμιοι ηγέτες ζυγιάζουν την ισορροπία δυνάμεων και στην παρούσα φάση η Αμερική δεν φαίνεται να βρίσκεται σε παρακμή», εξηγεί.
Οσο για τη Ρωσία, «ο Πούτιν ονειρευόταν να συλλάβει τον Ζελένσκι με τον “χειρουργικό” τρόπο που συνελήφθη ο Μαδούρο από τον Φεβρουάριο του 2022. Αλλά δεν τα κατάφερε και εδώ και μια τετραετία ο ρωσικός στρατός έχει βαλτώσει στο μέτωπο». Ζήτημα για τη Ρωσία αποτελεί και το γεγονός ότι οι Ουκρανοί ήταν σε θέση να αντιστέκονται αποτελεσματικά όλα αυτά τα χρόνια χάρη στα όπλα και τα χρήματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Και παρά την εμφανή φιλορωσική στροφή του Τραμπ, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να στηρίζει το Κίεβο, ενώ χάρη στην αποφασιστική εμπλοκή των Ευρωπαίων στις διαπραγματεύσεις, ο αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να κλίνει προς ένα ειρηνευτικό σχέδιο που ικανοποιεί πολλά από τα αιτήματα του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ολα αυτά σημαίνουν πως η Ουκρανία δεν αποτελεί ακριβώς «πίσω αυλή» της Ρωσίας.
Στρέφοντας την προσοχή του στην Κίνα, ο ιταλός δημοσιογράφος σημειώνει πως για τον Σι Τζινπίνγκ οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ Βενεζουέλας και Ταϊβάν είναι καταρχάς απαράδεκτη. Για το Πεκίνο η Ταϊβάν είναι απλώς μια επαρχία της Κίνας, όχι ένα κυρίαρχο κράτος όπως η Βενεζουέλα, ενώ ο κινέζος πρόεδρος χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια την κατάληψή της ως ιερό και απαραβίαστο δικαίωμα της Λαϊκής Δημοκρατίας.
Είναι γεγονός πως όταν οι Κινέζοι κάνουν «πρόβες» κατάληψης του νησιού, απορρίπτουν κάθε κριτική ως παρέμβαση σε εσωτερικές υποθέσεις τους. Το αν η Αμερική του Τραμπ θα υπερασπιστεί πραγματικά την Ταϊβάν δεν είναι καθόλου βέβαιο, όπως άλλωστε ήταν ασαφές και επί Μπάιντεν, Ομπάμα και Μπους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα ο Ντόναλντ Τραμπ πούλησε στην Ταϊπέι όπλα αξίας 11,1 δισ. δολαρίων – και το Πεκίνο σίγουρα δεν το πήρε πολύ καλά.
Οσον αφορά τον αντίκτυπο της επιχείρησης κατά του Μαδούρο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι Αμερικανοί σίγουρα δεν εξεπλάγησαν από μια… σχεδόν προαναγγελθείσα εδώ και καιρό επιχείρηση.
Εντυπωσιάστηκαν, όμως, από την εξαιρετική επιτυχία της. Οπως θυμίζει ο Φεντερίκο Ραμπίνι, ο Μπους ο πρεσβύτερος, ένας μετριοπαθής Ρεπουμπλικανός και υπέρμαχος της πολυμέρειας, χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο το 1989 (ενώ οι ΗΠΑ υπέστησαν και ανθρώπινες απώλειες) για να συλλάβει τον ναρκο-δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά.
Ωστόσο ο Τραμπ εμφανίζεται έτοιμος να κάνει ένα επικίνδυνο βήμα παραπέρα, που έρχεται σε αντίθεση με τον εγγενή απομονωτισμό του κινήματος MAGA, αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο της «προσωρινής» διακυβέρνησης της Βενεζουέλας. «Αυτό μοιάζει με το “nation building” για τo οποίο ο ίδιος έχει επικρίνει τον Μπους τον νεότερο και τον Ομπάμα», σημειώνει ο ιταλός σχολιαστής.















































































































Kythira Online






























































