Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Η ζημιά στην παγκόσμια οικονομία
Η ευρύτερη ανάφλεξη που άρχισε διά χειρός Τραμπ το Σαββατοκύριακο στη Μέση Ανατολή αναταράσσει τις αγορές, ανεβάζοντας τις τιμές του πετρελαίου και πιέζοντας μετοχές και δείκτες. Ο κίνδυνος διακοπής ενεργειακών ροών απειλεί να ανατρέψει τη σχετική, έστω, σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία που κατακτήθηκε με κόπο μετά την κρίση των δασμών
Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση αβεβαιότητας, καθώς η στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή που προκάλεσε ο Ντόναλντ Τραμπ με την επίθεση το Ιραν έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη φορτισμένο περιβάλλον γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων. Αγορές που μέχρι πρότινος επιδείκνυαν ανθεκτικότητα αρχίζουν να αποτιμούν εκ νέου τον κίνδυνο, με το πετρέλαιο να επανέρχεται στο επίκεντρο και τις κεντρικές τράπεζες να αντιμετωπίζουν ένα πιθανό νέο πληθωριστικό σοκ.
Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, παρά τον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ μέσω δασμών, τις επιθέσεις του αμερικανού προέδρου σε θεσμούς των ΗΠΑ –συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed)– και τις απειλές προς συμμάχους (όπως η ΕΕ και ο Καναδάς), η παγκόσμια ανάπτυξη είχε μέχρι πρότινος αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτική. Ο πληθωρισμός αποκλιμακωνόταν και τα χρηματιστήρια, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, κατέγραφαν νέα υψηλά.
Η επίθεση όμως των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν μεταβάλλει ριζικά τις παραμέτρους. Οπως επισημαίνει η οικονομική εφημερίδα, το πετρέλαιο αποτελεί πλέον το βασικό κανάλι μέσω του οποίου θα κριθεί αν αυτή η σχετικά θετική πορεία της διεθνούς οικονομίας μπορεί να συνεχιστεί ή αν θα δεχθεί ισχυρό πλήγμα.
Το κεντρικό ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μπορούν να αποτρέψουν μια παρατεταμένη διακοπή της ροής ενέργειας από τα Στενά του Ορμούζ, τον θαλάσσιο διάδρομο ζωτικής σημασίας κατά μήκος των νότιων ακτών του Ιράν. Αν η ναυσιπλοΐα συνεχιστεί και οι αυξήσεις τιμών περιοριστούν –μεταξύ άλλων και λόγω της απόφασης των πετρελαιοπαραγωγών να αυξήσουν την παραγωγή–, τότε η ζημιά στην ανάπτυξη ενδέχεται να παραμείνει ελεγχόμενη.
Σε διαφορετική περίπτωση, μια απότομη άνοδος των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό στις μεγάλες οικονομίες, να εκτροχιάσει τα σχέδια για μειώσεις επιτοκίων και να πλήξει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη. «Το πετρέλαιο είναι το κρίσιμο ζήτημα», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Νιλ Σίρινγκ στους Financial Times, o επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics.
Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το πετρέλαιο
Oπως εξηγεί στο έγκυρο βρετανικό φύλλο ο Eντουαρντ Φίσμαν, ανώτερος ερευνητής στο Council on Foreign Relations και συγγραφέας του βιβλίου Chokepoints, υπάρχουν δύο βασικά σενάρια.
Στο πρώτο, το πιο ακραίο, προβλέπεται «σημαντική και παρατεταμένη διακοπή κάθε ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, το σημαντικότερο θαλάσσιο ενεργειακό “στενό” του κόσμου». Δεδομένου ότι από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε, όπως λέει, «μνημειώδες σοκ για τις διεθνείς τιμές». Σε αυτό το σενάριο, οι αναλυτές δεν αποκλείουν άνοδο της τιμής πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Ηδη το Brent κινείται κοντά σε υψηλό επταμήνου, αγγίζοντας τα 80 δολάρια και έχοντας αυξηθεί σχεδόν 12% τον τελευταίο μήνα.
Το δεύτερο, και πιθανότερο, σενάριο είναι λιγότερο καταστροφικό: να μη διακοπεί πλήρως η διέλευση από τα Στενά, αλλά να περιοριστούν οι εξαγωγές του ίδιου του Ιράν. Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τον Φίσμαν, μια άνοδος της τιμής προς τα 80 δολάρια το βαρέλι είναι πιο ρεαλιστική.
Η απόφαση του ΟΠΕΚ+ (του ομίλου των πετρελαιοπαραγωγών χωρών) να αυξήσει την παραγωγή κατά 206.000 βαρέλια ημερησίως από τον Απρίλιο, με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας, αποσκοπεί ακριβώς στον περιορισμό των αναταράξεων, αν και η αύξηση ήταν μικρότερη από ό,τι ανέμεναν αρκετοί αναλυτές.
Ο Νιλ Σίρινγκ της Capital Economics σημειώνει ότι μια άνοδος της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια «δεν αλλάζει δραματικά την εικόνα» για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Αλλωστε, το Ιράν παρήγαγε τον Ιανουάριο 3,45 εκατ. βαρέλια ημερησίως – λιγότερο από το 3% της παγκόσμιας προσφοράς, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Οι επιπτώσεις στις ΗΠΑ και αλλού
Οι Financial Times υπογραμμίζουν ότι, παρότι οι ΗΠΑ είναι πλέον σχεδόν ενεργειακά αυτάρκεις –μόλις το 17% της ενέργειας που κατανάλωσαν το 2024 ήταν εισαγόμενο–, αυτό δεν τις καθιστά άτρωτες. «Οι απότομα υψηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στους aμερικανούς καταναλωτές και στις επιχειρήσεις», προειδοποιεί ο Τζέιμς Νάιτλι, οικονομολόγος της ING για τις ΗΠΑ.
Ο ίδιος εκτιμά ότι ενδεχόμενη άνοδος της τιμής του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια θα μπορούσε να εκτοξεύσει τον πληθωρισμό από το 2,4% σε επίπεδα άνω του 4% στις ΗΠΑ, απομακρύνοντας περαιτέρω το ενδεχόμενο μείωσης επιτοκίων από τη Fed.
Ανάλογες πιέσεις θα δεχθούν και άλλες οικονομίες, συνεχίζουν οι Financial Times. Η Κίνα, βασικός αγοραστής πετρελαίου του Κόλπου, θα πληγεί ιδιαίτερα, καθώς το 84% του αργού και το 83% του LNG που διήλθαν το 2024 από τα Στενά κατευθύνθηκαν προς ασιατικές αγορές. Μια άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει 0,6 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό, σύμφωνα με την Capital Economics.
Για την Ευρώπη, το πλήγμα θα είναι διπλό – τόσο από το πετρέλαιο όσο και από το LNG. Παρότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη παραμένει κάτω από τον στόχο, η αβεβαιότητα περιπλέκει τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου, όπως σημειώνει η Χέταλ Μέτα της St James’s Place, μια τόσο λεπτή ισορροπία καθιστά δυσκολότερη μια άμεση μείωση επιτοκίων.
Αγορές και εμπιστοσύνη
Η σύγκρουση εκδηλώνεται σε μια στιγμή έντονης νευρικότητας στις αγορές. Οι τραπεζικές μετοχές στις ΗΠΑ κατέγραψαν τη μεγαλύτερη πτώση τους από το σοκ των δασμών, ενώ ο Nasdaq έχει ήδη χάσει πάνω από 3% τον Φεβρουάριο.
Eνας παρατεταμένος πόλεμος στον Κόλπο, τονίζουν οι Financial Times, θα μπορούσε να υπονομεύσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη και να περιορίσει τις επενδύσεις. «Υπάρχει το μοτίβο τού ότι συμβαίνουν πάρα πολλά σοκ ταυτόχρονα», λέει ο Τόμας Βίλαντεκ της T Rowe Price, αναφέροντας ευρύτερα τη Βενεζουέλα, τη Γροιλανδία, τους δασμούς και τώρα το Ιράν.
Αλλοι αναλυτές εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι μιλώντας στους Financial Times. «Παρά τον καταιγισμό γεωπολιτικών γεγονότων, η παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο έχουν αποδειχθεί εντυπωσιακά ανθεκτικά», σημειώνει ο Iνες ΜακΦι, επικεφαλής οικονομολόγος της Oxford Economics.
Το κεντρικό ερώτημα στα χείλη όλων είναι αν η ανθεκτικότητα που τόσο δύσκολα κατακτήθηκε μετά τους δασμούς μπορεί να διατηρηθεί ή αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα αποδειχθεί το σοκ που θα αλλάξει την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.




















































































































Kythira Online










































