Ωδή στον κήπο: Αυτόν τον υποσχόμενο γαστρονομικό παράδεισο του ελληνικού καλοκαιριού
Του Γιώργου Ι. Κωστούλα*
Ένα κείμενο με αφορμή τη νέα καλοκαιρινή καλλιεργητική περίοδο των κηπευτικών. Αυτό το θαύμα της ελληνικής βιοποικιλότητας που καθιστά το ελληνικό καλοκαίρι έναν γαστρονομικό παράδεισο. Εννοείται ότι τα φυτάδια μου έχουν ήδη φυτευτεί και τα σποράκια μου είχαν, προ πολλού, σπαρεί. Σε όσους κάνουν το ίδιο εύχομαι καλή επιτυχία και καλοφάγωτοι οι καρποί των κόπων τους.
Είχα παλαιότερα εμπλακεί στο κίνημα “Slow Food“, η βασική φιλοσοφία του οποίου συνίσταται στην αρχή ότι, η τροφή μας πρέπει να είναι (ταυτοχρόνως): Good, Clean and Fair – Καλή (γευστική), Καθαρή (υγιεινή) και Δίκαιη (δηλαδή καλοπληρωμένη).
Με οδηγό το παραπάνω τρίπτυχο γράφονται και οι σκέψεις πουακολουθούν:
Η χώρα μας και πληθυσμιακά, αλλά κυρίως λόγω της μοναδικής κλιματικής προνομίας, είναι σε θέση να επιλέξει μεταξύ τής,μεγάλης κλίμακας, μονοκαλλιέργειας εκατοντάδων στεμμάτων εντατικής εκμετάλλευσης και της βιολογικής μικροκαλλιέργειας, βιώσιμης, γεωργίας.
Από τις σημειώσεις μου παλαιότερης ομιλίας του εθνοβιολόγου Παύλου Γεωργιάδη, αντλώ τα παρακάτω ολέθρια στοιχεία του επικρατούντος γεωδιατροφικού μοντέλου του πλανήτη μας: η αγροτική παραγωγή χρησιμοποιεί το 24% των υδάτινων πόρων της Ευρώπης, με το ποσοστό να φτάνει ως και το 80% στις χώρες του νότου. Σήμερα, το 75% της παγκόσμιας διατροφής βασίζεται σε μόνο 12 φυτικά και 5 ζωικά είδη (!). Μέσα σε περίπου έναν αιώνα έχει χαθεί το 75% της γενετικής ποικιλομορφίας των φυτών, ενώ το 30% των ζωικών ρατσών απειλούνται με εξαφάνιση. Κατά τις (μόλις) τελευταίες δεκαετίες χάθηκαν οι ντόπιες φυτικές μας ποικιλίες. Το αποτέλεσμα: Αντί η ελληνική γεωργία να είναι μοντέλο ποιότητας, καινοτομίας, ποικιλίας, εποχικότητας, υγιεινής διατροφής, μια μπουτίκ θα λέγαμε, σήμερα εισάγουμε το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων μας.
Ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούν να μας ενώσουν είναι η ελληνική Τροφή. Αυτό, βεβαίως, με την προϋπόθεση ότι η ελληνική γεωργία θα παντρευτεί ξανά με την ελληνική Θρέψη. Τη θρέψη που σέβεται τη μνήμη, τον πολιτισμό, τον άνθρωπο και τη γη, και που επανέρχεται ως πανάρχαιο αρχετυπικόστοιχείο της ύπαρξής μας. Τη θρέψη που υμνεί τη μυρωδιά και τη γεύση που αναδίδουν τα εποχικά προϊόντα. Εξαίρει τον συνδυασμό τους στην ελληνική μαγειρική πανδαισία. Προσέχει την ποσότητα, τον τόπο και το χρόνο του γεύματος και ό,τι συμβαίνει κατά τη διάρκειά του. Τη θρέψη που με κάθε μπουκιά, προάγει την τροφή ως σημαντικό τμήμα του πολιτισμού και της παράδοσής μας – υπερήφανου και μοναδικού παραδείγματος της παγκόσμιας κοινότητας.
Είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, υπάρχει, για τον μέσο καταναλωτή, ένα έλλειμμα ενημέρωσης, συναίσθησης ή /και έλλειψης ενδιαφέροντος. Έχουμε γίνει μια κοινωνία που επενδύει πάρα πολύ λίγο χρόνο σκέψης για το υγιεινό, οικολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα της διατροφής της. Και πως δεν σκεφτόμαστε καν τι βάζουμε στο πιάτο μας.
Σήμερα η διατροφή αποτελεί πεδίο μιας θηριώδους βιομηχανίας που καταστρέφει το περιβάλλον, αντιμετωπίζει τα ζώα σαν αντικείμενα και εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους που δουλεύουν στον κύκλο παραγωγής της τροφής.
Το φαγητό ακριβοπληρώνεται, η ποιότητά του υποβαθμίζεται. Από θρεπτικό, ζωτικό υπαρξιακό στοιχείο εξελίσσεται σε νοσογόνο παράγοντα, μετατρέπεται σε μαζικό προϊόν, με χαρακτηριστικά άκρατης τυποποίησης, αποξένωσης, αποκλεισμού και επίδειξης.
Κλείνω με μια θέση περί διατροφής που, συν τω χρόνω, έχω διαμορφώσει, σε επίπεδο διαπιστώσεων και αρχών: Όσο λίγα και να πληρώσουμε για μια κακή τροφή, είναι πολλά. Όσο πολλά και να πληρώσουμε για μια καλή τροφή, είναι λίγα.

* O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα. E-mail:gcostoulas@gmail.com






































































































Kythira Online







































































