Ένας γνωστός μηχανικός και κάποτε ωραίος
χουνέρι έπαθε τρανό φέτος το καλοκαίρι.
Με έδρα το Λειβάδι που χτίζει από νέος
ολίγου δειν να μπλέξει με το καλό του ταίρι.
Μια μέρα που επάλευε μ’ ενστάσεις για τα «δάση»
κι είχε μπροστά του μπόλικους που είχαν «δασικά»
με ένα τηλεφώνημα κόντευε να τα χάσει.
Τσ’ αφήνει όλους σύξυλους, κλειδώνει βιαστικά,
τη Ford του καβαλάει, φωνάζει τσι βοηθούς του,
και προς τα Λουραντιάνικα ευθύς κατηφορίζει,
στο σπίτι του ολοδράμωτος να σώσει τσι δικούς του
κι αν κάποιος τον αμπόδιζε δεν δίσταζε να βρίζει.
Μόλις την πόρτα άνοιξε και είδε την κυρά του,
σκουΐζοντας να δείχνει προς τα κομοδίνά του,
κατάλαβε αμέσως τι ήταν το κακό.
Μπροστά ‘πό ένα τρύπιο, παλιό κεραμικό,
μία κεφάλη έξοχε, μπαινόβγαινε με τρόπο
και έφερνε τον πανικό στο πλήθος των ανθρώπω.
Ένας θερίος φίδαρος είχε χωθεί στο σπίτι
κι απ΄τις σκουές ξιπάστηκε, δεν έσκαγε τη μύτη.
Μωρέ σφυρίζανε γλυκά, του δίναν γαλατάκι,
όμως δεν εκουνιότανε καθόλου το φιδάκι.
Εκεί εμπρός που κοίταγαν το φίδι εις τη μούρη
τους λέει ένας φίλος τους:-το φίδι είναι γούρι!
Ευθύς του ασβεντούριξαν μια πλαστική λεκάνη
κι αμέσως το εβούλωσε κι ερώτα τι να κάνει.
Μεσ΄ στην απελπισία του όμως τ’ αφεντικό του
θυμήθηκ΄ ένα γείτονα και πρώτο ξάδερφό του,
που ψέλνει κάθε Κυριακή στα ψαλτικά στασίδια
κι έχει την ικανότητα να σου βουτά τα φίδια.
Ευθύς ο άλλος τον καλεί, χτυπά το κινητό του
και μέσα σ’ ένα τέταρτο τον έχει κεια ομπρός του.
Τους βγάζει όλους όξω και πάει προς το φίδι
το γαλατάκι τούβαλε μέσα σ’ ένα σκαφίδι.
Είπαν πως κάτι έψαλε π’ ακούν τα ερπετά
και μόλις εξεθάρρεψε αμέσως το βουτά
Εκειά ‘πό πίσω ακριβώς ΄πό τη φιδοκεφάλη
στα χέρια του το βάστα και άρχισε να ….ψάλλει.
Με δέος εθαυμάζανε όλοι τον Αριστείδη
εις την αυλή να βγαίνει και ν’ αμολά το φίδι,
καθώς αυτός δεν ήθελε το φίδι να σκοτώσει,
σαν οικολόγος γνήσιος, ούτε ν’ αναστατώσει,
τον ξάδερφό του, βέβαια και όλο του το σόι
και βάσταγε το φίδαρο σα νάναι κομπολόι.
Πέρα στο σύμπορο περνά και τον πετά στα χόρτα,
να πα να βρει τη φίδαινα να ζήσουν όπως πρώτα!
Εδώ θα ήταν δυνατόν το στόρυ νάχει τέλος,
αλλά εμπήκε ο ξαποδώ και πέταξε το βέλος.
Σε λίγες μέρες έφυγε για την Αθήνα ο νιος
κι έμεινε η συμβία του στο σπίτι και ο γιος.
Ένα βραδάκι μια φορά χτυπά το κινητό του
κι ο δόλιος εφοβήθηκε πάλι το σπιτικό του.
Πίσω ΄πό ένα καναπέ εβρήκε η κερά του,
ένα καινούργιο φίδι να ψάχνει τη δικιά του!
Όμως δεν εφοβήθηκε. Παίρνει τον Αριστείδη,
που φτάνει πάλι γρήγορα κι ευτύς βουτά το φίδι.
Όμως κι αυτός βαρέθηκε με το φιδολαό του
μ’ ετούτο το φιδόσογο βρήκε το διάολό του.
Αμέσως τους απείλησε, μην τον ξαναφωνάξουν
τις τρύπες στα παράθυρα ογλήγορα να φράξουν.
Γιατί την άλλη τη φορά κάτι θα τους χρεώνει
αν τον ξαναφωνάξουνε φίδια να ξεθρακώνει.
Διαμιάς χαθήκανε τα φίδια ‘ πό το σπίτι
αν κι είπανε πως είδανε κοντά έναν αστρίτη,
όμως δεν ετολμήσανε να πάρουν πίσω πάλι
των όφιδων το γητευτή ν’ αρπάξει την κεφάλη.
Τώρα θα περιμένετε να μάθετε διαόλοι
πως διάολο τα μάθανε εις το Τσιρίγο όλοι,
ετούτα τα παθήματα που κάτω εις τα φρύδια
το φίλο μας εζώσανε στο σπίτι του τα φίδια.
Λένε πως σαν το μάθανε, Τρουλόπαπας, Χοΐος,
Σπιθέας, Γιάννης και Κοσμάς κι ένας καλός του θείος,
είπανε πως τα φίδια , μάλλον για τιμωρία
του τάχε στείλει ο παπάς για μία σκαλωσία
που τούχε τάξει πρόπερσι διά την εκκλησία.
Έτσι σαν εβαρέθηκε χρόνια να περιμένει
τα φίδια τού ξαπόστειλε στο σπίτι να μη μπαίνει.
(Σας έχω κι επιμύθιο, χριστιανικό κι αστείο.
Το θαύμα έγινε ευτύς. Εις το καμπαναρίο,
οι σκαλωσιές εμπήκανε και σιάζετ’ ο ναός,
τα φίδια εσκορπίσανε ‘πό πίσω κι από μπρος
κι ο ήρωας κατάλαβε ‘πο τέτοιες κουτουράδες
πως είναι προς ζημία σου αν μπλέκεις με παπάδες!)
ΑΜΦΙΔΑΜΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο φ. 328, Οκτώβριος 2017, της έντυπης έκδοσης.






Kythira Online



























































































































