Πρώτος φέτος κατέβηκε ο μέγας Δρυμωνιάτης
με πέντε έξη οχήματα, πρόκοψε κι ως …εργάτης.
Να βγάλει τις ελίτσες του να πάρει και το λάδι
την….. έμπνευσή του δυνατή να έχει κάθε βράδυ.
Όμως εκτός ΄πό λάδι, το άτιμο ζουζούνι,
έκανε και εξαίρετο με άρωμα σαπούνι.
Στους φίλους το δωρίζει μ’ όσους διαφωνεί
μα παραλείπει σκόπιμα να δώσει και …σκοινί.
Ο φίλος Γιάννης ο Ζερβός πήρε το κομπολόι του
κι ένα κοντάρι βάστα, έξι φορές το μπόι του.
Μία εκοίτα τσι ελές, μια στο φακό εχάζευε
με δαύτα ασχολιότανε, παρά ελές εμάζευε.
Λόγω πολλής παραγωγής εγύρευε πιθάρια,
όπως τα οξυπύθμενα που ‘χαν οι Μινωίτες
και βάζαν μέσα τα κρασιά, τα λάδια και τα στάρια
και βρίσκουνε στις μέρες μας εις το βυθό οι δύτες.
Ο Κονταράτος φέτος παρά τις εφευρέσεις
σε άλλους τις παράτησε και πήρε συνεργείο
και κείνος επολέμα προσθέσεις κι αφαιρέσεις
και ίδρωνε και ξίδρωνε από το καφενείο.
Μια μέρα μάζευε ελές ο Ψεύτης στ’ Αγγουρίδη,
την άλλη μέρα έψελνε σε κάποιο εκκλησίδι.
Μα κι όταν νταμαχιάριζε να μάσει τη σοδειά του,
αν αφαιρέσεις τα μπλα-μπλα και τα τηλέφωνά του,
ίσως θα είναι ευτυχής και ίσως κάνει πάρτι
ανε τελειώσει τσι ελές εκεί κοντά στο Μάρτη.
Εφέτος είδαμε εδώ το Βόλια το Μανώλη
που σκόπευε ολημερίς, καθημερνή και σκόλη,
να κάνει κάμπους τα βουνά να κάτσει και καρτέρι,
μα γρήγορα πεθύμησε το γνώριμο νυστέρι
κι’ αμέσως αποφάσισε να βάλει συνεργείο,
που εντολή του έδωσε να κόβει από μερέα.
Και κείνος μανατζάριζε από το καφενείο,
εκεί που πρέφα έπαιζε με τη γνωστή παρέα.
Ο Κώστας ο Καλλίγερος δεν έψαχνε εργάτες.
Γυναίκα επιστράτευε, φίλους και συνεργάτες,
μα βρήκε μια εφεύρεση πάρα πολύ σπουδαία
που δε θα βάνει κόπο από εδώ και πλέα.
Πάει και βάζει τσι φωνές κάτω ΄πό κάθ’ ελαία,
πως αν δεν πέσουν μόνες τους, φωνάζ’ …. εισαγγελέα!
Φέτος εβγήκε στο κλαρί κι η Χάρου η Ελένη
επάαινε στο λιόφυτο (κι ακόμα θα πααίνει!)
Εγλυκομίλιε στι ελές, να πέσουν με τα λόγια,
παρά το ότι ήτανε μονάχα κοκολόγια.
Πόσο το εκατάφερε δεν έμαθα ακόμη
όμως όλες τσι μάζεψε εκεί στον Άγ’ Αντώνη!
Ο Λάκης μάλλον ξέχασε, πότε να ξεκινήσει
τ’ Αγιού Αντρέ’ ανήμερα εβγήκε στο κλαρί.
Όλο πααινορχότανε σ’ Ανατολή και Δύση
κι ακόμα δεν εμάθαμε κοστούμι ανε φορεί,
όταν κάθε πρωί στο λιόφυτο πααίνει
και με γραβάτα κόμπο σε χάλους ανεβαίνει.
Ο Γειασαντρέας τσι ελές έδωσε στον Καόνη
κι ελόγου του στον Πειραιά ευρώ αναμαζώνει.
Όμως και ο κολλήγας του δεν έδειχνε να ‘δρώνει,
στο τζόκερ τις ελπίδες του, ως φαίνεται, τεντώνει.
Άλλος ‘πο την παράδοση δε λέει να ξεφύγει
πιστός εις τα χτενάκια νομίζει πως οφείλει
να μείνει, και το μάτι στο νέο δεν ανοίγει.
Πρόκειται καταλάβατε για τον Ξεροβασίλη.
Μα θες με τις παλιές και τις αργές μεθόδους
αυτός από τα λιόφυτα ξόφλησε μάνι-μάνι
με άφθονες στα δέντρα και ακριβείς εφόδους
έβγαλε λάδι μπόλικο και ποίος τον ε-φτάνει!
(Κι ίσως το πιο σημαντικό θα μάθετ΄ από μένα,
μερόκαμα δεν πλήρωσε ο φίλος μας κανένα!)
Ο Μέγκουλας κι ο Μπούφος, μαζί και κάτι άλλοι,
ήρθανε να μαζέψουνε κι είχαν ορμή μεγάλη.
Όμως κουράστηκαν ευτύς, καθώς τους ήρθε ζάλη,
και ψησταριές προτίμησαν δίπλα εις το μαγκάλι.
Ο Κώστας ο Ανδρόνικος επήρε κουστωδία
για να μαζέψει και αυτός ελές στον Καραβά,
μα μπαίνοντας στο λιόφυτο βρήκε την …Αλβανία
νάχει μαζέψει τις μισές και αρχίζει τον καυγά.
Όπως δε είναι ήπιος, με πράο χαρακτήρα
δεν άρχισε σαν άλλοι τα καντηλοβρισίδια,
μά άρπαξε κει δίπλα πό μία φορφωτήρα
κι έλεγε κάτι μέσα του γι΄ αγίους και στασίδια.
Τον άκουσ΄ όμως ο παπάς και τούπε: «Κωνσταντίνε,
νομίζω δεν εφταίγανε άγιοι και Παναγία
και συ απ’ το υστέρημα του λιόφυτού σου δίνε
και εκατό μετάνοιες να κάνεις με τη μία».
Ο Σούγιαννης ο Κώστας οργάνων΄ έξη μήνες,
το πώς θα τις εμάζευε, γιατ’ είχε και βεντέμα.
Τον Αλβανό του έκλεισε και τούπε τις ευθύνες,
που θάχει εις το μάζεμα και πώς έχει το θέμα.
Νομίζω τα κατάφερε και πήγαιναν με ..σφαίρες.
Ο Αλβανός εμάζευε κι ο Κώστας με τη φούρια
μαζί εκεί παλεύανε κάπου σαράντα μέρες
κι εκατεβάζανε σωρό οι δυο τους τα μουζούρια.
Φέτος πολλοί κατέβηκαν και, όπως λεν οι φήμες,
θα έπρεπε να είχαμε βεντέμα και στις …ρίμες.
Άλλοι όμως τα κρύψανε κι άλλοι δεν είχαν στόμα
γι΄ αυτό αυτά προς το παρόν κι άλλα θα ρθουν ακόμα.
Μα κι εγώ που σας τα γράφω έκανα ΄πο τα ίδια.
Με την παρέα ήμουνα και άλλοι τις μαζέψανε.
Στιγμή δεν ανησύχησα, δε μ΄ έζωσαν τα φίδια,
εμείς αποστεθήκαμε κι αυτοί στον ίδρω ρέψανε!
Μ’ αν ίσως η κυβέρνηση πάλι νομοθετήσει
και άγρια το λάδι μας κι εμάς φορολογήσει
μου φαίνεται καυσόξυλα τα λιόφυτα θα κόψουμε
κι άστους να κουρεύονται. Με δαύτους θα προκόψουμε!
Αμφιδάμας
Δημοσιεύθηκε στο φ. 331, Ιανουάριος 2018 της έντυπης έκδοσης.






Kythira Online
































































































