Αθάνατη Ελλάδα: Πόσο φτωχοί (δεν) είμαστε τελικά;
Μελετώντας τις βάσεις δεδομένων της Κομισιόν και της Εurostat παρατηρεί κανείς δύο εικόνες. Oι πίνακες με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τον μέσο μισθό μάς εμφανίζουν πολύ χαμηλά στην ΕΕ. Ωστόσο ο πίνακας με την κατά κεφαλήν κατανάλωση των νοικοκυριών (όλα για το 2024) τοποθετεί τη χώρα μας σαφώς ψηλότερα. Διότι αποτυπώνει και μια «άλλη Ελλάδα»...
Ας αρχίσουμε από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι έκτη από το τέλος στην Ευρώπη, έχοντας από κάτω την Κροατία, τη Λετονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία (στοιχεία του 2024, δείτε τον παρακάτω πίνακα).
Ευρύτερα, ως αποτέλεσμα της δεκαετίας των μνημονίων, παρότι το κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ενωση αυξήθηκε κατά 22% μεταξύ 2004 και 2024, στην Ελλάδα μειώθηκε. Σήμερα στη χώρα μας παραμένει κατά 5,2% χαμηλότερο σε σύγκριση με το 2004, αλλά και κάτω από το 2010, όταν μπαίναμε στη δεκαετία της οικονομικής κρίσης.
Σε ό,τι αφορά τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης, που αποτέλεσε και βασικό ζήτημα στην πολιτική αντιπαράθεση, η Ελλάδα είναι προτελευταία στην Ευρώπη (στοιχεία 2024, στον παρακάτω πίνακα), έχοντας από κάτω μόνο τη Βουλγαρία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2023 η χώρα μας βρισκόταν τρίτη από το τέλος με 17.770 ευρώ. Εναν χρόνο πριν, το 2022, βρισκόταν πέμπτη από το τέλος με 16.515 ευρώ. Δηλαδή με βάση τον μέσο μισθό, όχι απλώς παραμένουμε χαμηλά, αλλά χάνουμε και έδαφος σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, οι οποίες ανεβαίνουν με ταχύτερο ρυθμό.
Τραγικά είναι επίσης τα στοιχεία της Eurostat για το διαθέσιμο εισόδημα που πλήττεται από τον πληθωρισμό. Το ζήτημα αφορά κυρίως τους χαμηλόμισθους που δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα και επιβαρύνονται δυσανάλογα –σε σύγκριση με τους πιο εύπορους ή/και φοροδιαφεύγοντες– από το πάρτι των ανατιμήσεων, όπως αυτών στα σουπερμάρκετ, τα οποία έχει αφήσει ανεξέλεγκτα η κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως μόνο αυτή η Ελλάδα, των μισθωτών και των συνταξιούχων και ευρύτερα όσων δεν κυκλοφορούν με μαύρο χρήμα; Εδώ θα ταίριαζε ως πικρό σχόλιο ο στίχος «Να τη πετιέται!» του Γ. Ρίτσου (σε μουσική Μ. Θεοδωράκη) για μια «άλλη Ελλάδα», αυτή της μαύρης οικονομίας.
Η οποία δεν είναι τόσο αθέατη, νομίζουμε, καθώς στα στοιχεία της Κομισιόν και της Eurostat (πάλι για το 2024, βλ. παρακάτω πίνακα) για την κατά κεφαλήν κατανάλωση των νοικοκυριών δείχνουν μια άλλη εικόνα. Αντί για δεύτερη από το τέλος, 26η στις 27 χώρες της ΕΕ, η χώρα μας ανεβαίνει στην 17η θέση των 27, έχοντας δέκα χώρες από κάτω της.
Μας ανεβάζει εκεί το γεγονός ότι χαλάμε όσα βγάζουμε οι μέσοι μισθωτοί (και δεν μένει τίποτα λόγω πληθωρισμού, τροφίμων και στέγης, αφού οι μισθοί είναι χαμηλοί), αλλά και το γεγονός ότι στην αγορά πέφτει (και) πολύ μαύρο χρήμα.

Η παραοικονομία στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη, υπολογιζόμενη (έως τα τέλη του 2025) να κυμαίνεται μεταξύ 30% και 40% του ΑΕΠ, με την αξία της να υπερβαίνει τα 40-50 δισ. ευρώ. Περιλαμβάνει αδήλωτη εργασία, φοροδιαφυγή και μη καταγεγραμμένες συναλλαγές,
Η αξία των «μαύρων» συναλλαγών υπολογίζεται περίπου στα 46-50 δισ. ευρώ (στοιχεία του 2025), σύμφωνα με ανάλυση από ΕΕ, ΔΝΤ και ΤτΕ, η οποία βασίζεται στη διαφορά δηλωθέντων εισοδημάτων και κατανάλωσης.















































































































Kythira Online





























































