Advertisement

Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην «Κ»: Απολείπειν ο Θεός την… Ε.Ε.;

Για περισσότερο διάστημα από επτά δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ενωση θεωρήθηκε το πιο φιλόδοξο πολιτικό εγχείρημα στον σύγχρονο κόσμο: μια ένωση βασισμένη στο κράτος δικαίου, στην ειρηνική συνεργασία λαών με συγκρουσιακό παρελθόν και στην πεποίθηση ότι η κοινή ευημερία αποτρέπει μελλοντικές συγκρούσεις | *Γιώργος Στούμπος

306

Για περισσότερο διάστημα από επτά δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ενωση θεωρήθηκε το πιο φιλόδοξο πολιτικό εγχείρημα στον σύγχρονο κόσμο: μια ένωση βασισμένη στο κράτος δικαίου, στην ειρηνική συνεργασία λαών με συγκρουσιακό παρελθόν και στην πεποίθηση ότι η κοινή ευημερία αποτρέπει μελλοντικές συγκρούσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, μια ετερόκλητη συμμαχία πολιτικών κομμάτων, αναλυτών, επιχειρηματιών και Ευρωπαίων πολιτών υποστηρίζει ότι η Ε.Ε. ίσως πλησιάζει σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή. Κάποιοι μιλούν για στασιμότητα, άλλοι προειδοποιούν ότι η Ενωση «διαλύεται». Το κλίμα επιδεινώθηκε από την αυξανόμενη επιθετικότητα συμμάχων όπως η Αμερική, που μέχρι τώρα θεωρούνταν δεδομένη ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και οικονομικός εταίρος. Οι πλέον δραματικές δηλώσεις στο πλαίσιο αυτό προέρχονται από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συστηματικά πλέον παρουσιάζει την Ε.Ε. ως «αποτυχημένο μοντέλο», ως «όχημα γερμανικής κυριαρχίας» ή ακόμη και ως «ανταγωνιστή» των ΗΠΑ. Εξίσου σημαντική η δημοσιοποίηση ενός νέου στρατηγικού εγγράφου της αμερικανικής κυβέρνησης, το οποίο περιγράφει την Ευρώπη ως ήπειρο που βρίσκεται σε «πολιτισμική παρακμή». Η γλώσσα αυτή θύμιζε σε επικίνδυνο βαθμό αφηγήματα της ευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς, γεγονός που προκάλεσε την οργή πολλών Ευρωπαίων ηγετών. Από την άλλη, ο Βίκτορ Ορμπαν χαιρέτισε την αμερικανική πρωτοβουλία, όπως και η AfD στη Γερμανία και η Lega στην Ιταλία, που έχουν έναν κοινό ιδεολογικό παρονομαστή, ότι η Ε.Ε. έχει «χάσει την αποστολή της» και λειτουργεί ως «γραφειοκρατική αυτοκρατορία χωρίς πολίτες».

Στο μεταξύ, σοβαροί αναλυτές και κορυφαία έντυπα όπως ο Economist και οι Financial Times καταγράφουν με αυξανόμενη ανησυχία τις στρατηγικές αδυναμίες της Ε.Ε. Think tanks όπως το Bruegel, το CEPS και το ίδρυμα Jacques Delors μιλούν ανοιχτά για τον κίνδυνο μακροπρόθεσμης συστημικής υποχώρησης αν η Ευρώπη δεν επιταχύνει τον ρυθμό αλλαγών με στόχο να υπερβεί: α) τη σχετική οικονομική στασιμότητα, β) την τεχνολογική υστέρηση, γ) την αυξανόμενη γεωπολιτική εξάρτηση σε διαφόρους τομείς και δ) τη θεσμική της πολυπλοκότητα. Σε οικονομικό επίπεδο, η εικόνα είναι όντως ανησυχητική. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της Ευρωζώνης υπολείπονται αυτών των ΗΠΑ επί δύο δεκαετίες, ενώ η παραγωγικότητα –ειδικά στη Νότια Ευρώπη– παραμένει χαμηλή. Οι επικριτές αποδίδουν τα προβλήματα στο μείγμα άκαμπτων αγορών εργασίας, αργών διοικητικών διαδικασιών, κατακερματισμένων κεφαλαιαγορών και δυστοκίας στην υιοθέτηση σύγχρονων επιχειρηματικών μοντέλων. Οσον αφορά την τεχνολογική υστέρηση, ο Μάριο Ντράγκι, στην έκθεσή του το 2024 για την ανταγωνιστικότητα, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να γίνει «οικονομικά ασήμαντη» αν δεν κινηθεί με ταχύτητα στον τομέα της καινοτομίας, των επενδύσεων και της ενιαίας αγοράς. Σε αυτό προστίθενται οι δημογραφικές πιέσεις. Η Ευρώπη γηράσκει ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη γεωπολιτική ζώνη. Μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία, αλλά και μικρότερες όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία αντιμετωπίζουν μείωση του ενεργού πληθυσμού, την ώρα που το κόστος της κοινωνικής πρόνοιας αυξάνεται. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στη μεταναστευτική πολιτική και στην αύξηση της παραγωγικότητας, η δημοσιονομική βάση της Ε.Ε. θα συρρικνωθεί, υπονομεύοντας τη μελλοντική της ανάπτυξη. Το τρίτο στοιχείο αφορά την εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας και της άμυνας, όπως αποκάλυψε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Παρά τη δραστική μείωση της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο, η Ευρώπη συνεχίζει να στηρίζεται σε εξωτερικούς προμηθευτές για ενέργεια, μικροτσίπ, κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογικό εξοπλισμό. Η εξάρτηση αυτή εκθέτει την Ε.Ε. σε εμπορικούς εκβιασμούς τόσο από φίλους (Αμερική, Κίνα) όσο και από «εχθρούς» (Ρωσία). Τέλος, η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ε.Ε. –που απαιτεί συχνά ομοφωνία– τη δυσκολεύει να ανταποκριθεί σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις εξελίσσονται με ταχύτητα, δεδομένα αλλάζουν αναπάντεχα και διεθνείς συσχετισμοί επαναπροσδιορίζονται. Αναλυτές όπως ο Ιβάν Κράστεφ και ο Μαρκ Λέοναρντ έχουν εδώ και χρόνια υποστηρίξει ότι ο «κανόνας της συναίνεσης» είναι θεσμικά ακατάλληλος για μια Ενωση που προσπαθεί να διατηρήσει γεωπολιτική συνοχή, οικονομική συνεργασία και αμυντική επάρκεια και αυτονομία.

Advertisement

Η κριτική αυτή διευρύνεται όταν εξετάσουμε τα τεχνολογικά δεδομένα. Αλλοτε πρωτοπόρος στη βιομηχανία, η Ευρώπη υστερεί πλέον σε τεχνητή νοημοσύνη, παραγωγή ημιαγωγών, βιοτεχνολογία και ψηφιακές πλατφόρμες. Η μέση παραγωγικότητα υστερεί των ανταγωνιστών της με αύξουσα τάση. Το εγγύς μέλλον είναι ακόμη πιο δυσοίωνο. Η Ε.Ε. εξαρτάται από κινεζικές εταιρείες σε κρίσιμους τομείς, όπως φαρμακευτικές ουσίες, φωτοβολταϊκά, ψηφιακές και ρομποτικές τεχνολογίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα και μπαταρίες. Οι ευρωπαϊκές startups είναι συγκριτικά ανύπαρκτες σε σχέση με τις αμερικανικές, ενώ το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο (regulatory framework) είναι σαφώς πιο περίπλοκο και αυστηρό, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων. Η Ε.Ε. έχει καταφέρει να εκτεθεί μεταξύ δύο υπερδυνάμεων, Αμερικής και Κίνας, χωρίς εναλλακτική στρατηγική, χωρίς ενιαίο όραμα και στόχους. Οι δυσκολίες αυτές θα ήταν διαχειρίσιμες αν η Ε.Ε. διέθετε εσωτερική συνοχή – όμως συμβαίνει το αντίθετο. Η Ενωση συχνά εμφανίζεται ως ένα σύνολο 27 κρατών με βαθύτατες διαφορές σε βασικά θέματα: η Γαλλία και η Γερμανία συγκρούονται για τις ενεργειακές προτεραιότητες, ο Βορράς είναι υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ο Νότος επιθυμεί μεγαλύτερη χαλαρότητα και επιείκεια, η Ανατολική Ευρώπη βλέπει τις ΗΠΑ ως κύριο εγγυητή ασφάλειας, ενώ οι χώρες του αρχικού πυρήνα της Ενωσης επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να ξεχνάμε μια οικονομική ασυμμετρία με απρόβλεπτες συνέπειες, όπως έδειξε η ελληνική κρίση. Η Ε.Ε. διαθέτει κοινό νόμισμα χωρίς κοινό δημοσιονομικό μηχανισμό (fiscal capacity). Η θεσμική αυτή ασυμμετρία προσδίδει στην Ε.Ε. τον χαρακτηρισμό του «ημιτελούς οικοδομήματος» που δύσκολα θα μπορούσε να αντισταθεί στην καταιγίδα μιας γενικευμένης ηπειρωτικής ή παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως το αρμόδιο συντονιστικό όργανο, δεν διαθέτει τη θεσμική επάρκεια, τα διοικητικά και δημοσιονομικά εργαλεία που διαθέτουν ενώσεις χωρών-μελών με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά.

Η γλώσσα Τραμπ θυμίζει σε επικίνδυνο βαθμό αφηγήματα της ευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς, γεγονός που έχει προκαλέσει την οργή πολλών Ευρωπαίων ηγετών.

Αρα διαλύεται η Ε.Ε.; Η πλειονότητα των αναλυτών, τουλάχιστον προς το παρόν, απαντάει αρνητικά. Ομως, τα ενδεχόμενα συρρίκνωσης στρατηγικής ισχύος στον νέο τριπολικό κόσμο που αναδύεται, οικονομικής υστέρησης από τους ανταγωνιστές της και ενδοπολιτικών αποκλίσεων είναι υπαρκτά. Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην αναγέννηση και στην παρακμή. Οι αρνητικές διαπιστώσεις ή θα αποτελέσουν «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» ή κάλεσμα για δράση. Οπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης, ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην αδυναμία, αλλά στην απροθυμία. Η Ευρώπη, αν συνεχίσει να συγχέει τη συναίνεση με την ακινησία και την πολυπλοκότητα με την υποτιθέμενη σοφία, ίσως ανακαλύψει ότι η Ιστορία δεν συγχωρεί εκείνους που είχαν χρόνο να δράσουν, αλλά προτίμησαν να τον σπαταλήσουν.


*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

 

 

 

 

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο