Κατά τον άνισο αγώνα των Σπετσιωτών εναντίον των Tουρκαλβανών γύρω στο 1770 οι οποίοι είχαν επιβιβαστεί σε μικρά πλοιάρια από το Ναύπλιο και αποβιβάστηκαν στις Σπέτσες, ο ηρωισμός του ντόπιου λαού έμεινε παροιμιώδης.
Ο αγώνας των Σπετσιωτών ήταν καταδικασμένος λόγω του πλήθους των Tουρκαλβανών και του πολύ καλλίτερου εξοπλισμού τους. Παρόλη τη γενναιότητα των ανδρών τους, οι Σπετσιώτες υποχωρούν και ο αγώνας τους παίρνει τραγικό τέλος με σφαγές και υποδουλώσεις.
Μετά από πολυήμερες μάχες στο πίσω μέρος του νησιού κατευθύνεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού ιδίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι που είχαν ξεφύγει από την οργή των Τουρκαλβανών. Ο Ανάργυρος Χατζηαναργύρου στα “Σπετσιώτικα” του αναφέρει για τους Σπετσιώτες εκείνες τις ώρες:
«Ενταύθα συγκεντρώσαντες τα πλοιάρια αυτών, ήρπασαν επ’ ώμων γέροντας και νέους, πρεσβύτιδας και κόρας, όσους επρόφθασαν και απέπλευσαν κατά πρώτον εις τα πλησιέστερα μέρη της Στερεάς, τους παρακειμένους νήσους και τα νησίδια, εκείθεν δε, φοβούμενοι νέας καταδιώξεις, ολίγου χρόνου παρελθόντος, συνήχθησαν όλοι εις την νήσον των ΚΥΘΗΡΩΝ».
Όταν οι Σπετσιώτες «συν γυναιξί και τέκνοις» έφτασαν στα Κύθηρα, εγκαταστάθηκαν με τη βία στην κωμόπολη του Μυλοποτάμου, γιατί οι χωρικοί φοβήθηκαν τους πρόσφυγες και προσπάθησαν να τους διώξουν. Αυτό προκάλεσε την επέμβαση του Ενετού Διοικητή του νησιού, ο οποίος τους επέπληξε για την άσπλαχνη συμπεριφορά τους απέναντι σε δυστυχισμένους ανθρώπους, ξεριζωμένους από τον τόπο τους, που είχαν ανάγκη από συμπόνια και βοήθεια. Διέταξε μάλιστα τους χωρικούς να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Έτσι οι πρόσφυγες έμειναν μόνοι τους εκεί και ησύχασαν.
Αργότερα οι Σπετσιώτες με τη συμπεριφορά τους έκαναν τους ντόπιους κατοίκους, που πρωτύτερα δυστροπούσαν για την εγκατάστασή τους στο νησί, να τους περιβάλουν με αγάπη και συμπάθεια. Και οι Ενετοί φέρθηκαν με καλοσύνη και ανθρωπιά στους πρόσφυγες. Ίσως ήθελαν να ενθαρρύνουν τους νέους αυτούς πολεμιστές που αντιμάχονταν τους Οθωμανούς, εναντίον των οποίων και οι ίδιοι είχαν κάνει σκληρούς και πο-λυετείς πολέμους για την κυριαρχία στη Μεσόγειο.
Για πολλά χρόνια οι Σπετσιώτες αισθάνονταν ευγνωμοσύνη προς τους κατοίκους των Κυθήρων και τους Βενετούς που τους φιλοξένησαν και τους συμπαραστάθηκαν στα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς τους.
Οι Σπετσιώτες από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στα Κύθηρα αναζητούσαν τρόπο να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Πολλές φορές με μάτια βουρκωμένα αγνάντευαν τη θάλασσα και αναπολούσαν το νησί τους. Όσο περνούσε ο καιρός θέριευε μέσα τους ο αβάσταχτος πόνος τους για την πικρή ξενιτιά αλλά και η λαχτάρα τους για τον πολυπόθητο γυρισμό στον τόπο που γεννήθηκαν. Τα λιγοστά πλοιάρια που είχαν τους επέτρεπαν να ονειροπολούν.
Είναι βέβαιο πως οι Σπετσιώτες ζήτησαν αμνηστία από την τουρκική εξουσία και εγγυήσεις για να γυρίσουν άφοβα στο νησί τους. Η Υψηλή Πύλη απέρριψε το αίτημά τους. Πάνω στην απελπισία τους τότε ορκίζονται να εκδικηθούν αυτούς που πυρπόλησαν την πόλη τους, κατέσφαζαν ή αιχμαλώτισαν τις οικογένειες τους και ανάγκασαν τους ίδιους να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει ένας σκληρός και αμείλικτος πόλεμος στη ξηρά και στη θάλασσα κατά των Τούρκων. Οι πρόσφυγες Σπετσιώτες ενώνονται με τους Σφακιανούς και επιτίθενται με τα λιγοστά πλοιάρια που τους απέμειναν εναντίον κάθε τουρκικού πλοίου που πλέει στο Μυρτώο Πέλαγος. Οι συμφορές που υπέστησαν τους έχουν κάνει σκληρούς. Δε δείχνουν οίκτο σε κανέναν. Λεηλατούν και καταστρέφουν οτιδήποτε θεωρούν εχθρικό. Κάνουν πειρατικές επιδρομές σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Πελοποννήσου. Γίνονται ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Σε όλες τις πολεμικές τους επιχειρήσεις αναδεικνύονται γενναίοι και ατρόμητοι πολεμιστές. Με αυτόν τον τρόπο τιμωρούν «τους εμπρηστάς της ιδίας πατρίδος, τους απαγωγείς των προσφιλεστάτων αυτοίς όντων “ούχι γονυπετώς, αλλά μαχόμενοι και καρτερούντες”
Οι επιδρομές των Σπετσιωτών προκάλεσαν αναστάτωση στην περιοχή του Μυρτώου. Το εμπόριο νέκρωσε, τα καράβια σταμάτησαν να κινούνται στις θάλασσες, τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου ερήμωσαν. Η κατάσταση αυτή αλλά και οι νίκες των Ρώσων στην Κριμαία και στις περιοχές του Δούναβη, οδήγησαν την Υψηλή Πύλη στην απόφαση να επιδιώξει ειρήνευση με τους υπηκόους της.
Ο Διοικητής του Μωριά Μισίν-Σαδές, πρώην Βεζύρης, συνέλαβε την ιδέα ενός συμβιβασμού με την παροχή αμνηστίας προς τους Σπετσιώτες. Από το Ναύπλιο, όπου ήταν η έδρα του, έστειλε το Φθινόπωρο του 1772 άνθρωπο στο νησί των Κυθήρων για να εισηγηθεί «εμμέσως προς τους αποστάτας τα της συνδιαλλαγής, επί όροις επιεικεστάτοις». Ο συνετός και γενναιόφρων αυτός πολιτικός προέβη στο απροσδόκητο σε όλους τους νησιώτες διάβημα αυτό, «υπ’ όψιν έχων τα επί τριετίαν την στερεάν επιδράσαντα κακά, αναλογιζόμενος δε τας θαλασσίους κακώσεις εις ας υποκείμενοι ήσαν οι παράλιοι λαοί» και για να προλάβει «την απειλούσαν τον τόπον ερήμωσιν και τον οσημέραι εκλείποντα πληθυσμόν των κατοίκων».
Οι πρόσφυγες Σπετσιώτες αποδέχτηκαν τις προτάσεις των Οθωμανών για συμφιλίωση και έσπευσαν να στείλουν στο Ναύπλιο τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τους Λάζαρο Μανιάτη, πρεσβύτερο Οικονόμο και Κόλα Μητροφόρη «ίνα διαπραγματευθή τα της καθόδου, διότι κατ’ αλήθειαν τα παθή-ματα πάντων εκτραχυνθέντα εις το έπακρον, δεν επέτρεπον του λοιπού μετέωρον κατάστασιν και αναβολήν».
Οι Τούρκοι υποδέχτηκαν με καλή διάθεση τους απεσταλμένους των Σπετσιωτών και ικανοποίησαν όλα τα αιτήματά τους. Ο Ανάργυρος Ανδρέου Χατζηαναργύρου αναφέρει στην ιστορία του ότι οι Οθωμανοί στην πρώτη συνεδρίαση απέκρυψαν τις προθέσεις τους και τους συμπεριφέρθηκαν με τραχύτητα. Για να δείξουν την παντοδυναμία της φυλής τους και ταυτόχρονα για να μην τους δώσουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν την κατάσταση είπαν σε αυτούς με αυστηρό ύφος:
«Ραγιάδες, σεις βάψατε τα χέρια σας με αίμα Οθωμανών και τώρα καταφύγατε στο ουδέτερο νησί των Κυθήρων και περιφέρεσθε λεηλατώντας τη χώρα. Νομίζετε ότι το κραταιό χέρι του Σουλτάνου δεν μπορεί να φθάσει ως τη φωλιά σας;
«Ναι», απάντησε ο Λάζαρος Μανιάτης που γνώριζε τα ενδόμυχα φρονήματα των Οθωμανών, «αλλά και σεις ορκιστήκατε να εξοντώσετε τη χριστιανική φυλή. Λεηλατήσατε τον τόπο μας και αιχμαλωτίσατε τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Μας φέρατε σε απελπισία γι’ αυτό και μεις στην κόψη του μαχαιριού».
Ακολούθησαν πολλές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Τούρκου Διοικητή και των Σπετσιωτών και τέλος έφθασαν σε αίσιο τέλος.
Όταν οι αντιπρόσωποι των Σπετσών γύρισαν στα Κύθηρα, έφεραν μαζί τους το Αυτοκρατορικό Διάταγμα που επέτρεπε στους Σπετσιώτες να εγκατασταθούν και πάλι στο νησί τους με τους εξής όρους:
- Να χαίρονται τριακονταετή ατέλεια.
- Να έχουν αυτοδιοίκηση
- Να νέμονται μόνο οι Σπετσιώτες τα κτήματα στην απέναντι ακτή της Ερμιονίδος που από παλιά είχαν στη δική τους κυριότητα και κατοχή.
Οι Τούρκοι δεν αθέτησαν το λόγο τους και οι Σπετσιώτες σεβάστηκαν τον όρκο του 1772, αναχώρησαν δε για το νησί τους το ίδιο έτος.
Στο διάστημα που έμειναν οι Σπετσιώτες στα Κύθηρα, ιδίως δε στο Μυλοπόταμο, ίσως και να δίδαξαν πολλά από τις ναυτικές τέχνες στους ντόπιους Μυλοποταμίτες που αργότερα διακρίθηκαν στην εκμετάλλευση της θάλασσας και του εμπορίου γύρω από αυτήν.




























































































































Kythira Online















































