Advertisement

“O δόλιος μετανάστης της Aμερικής”

Γράφει η Eλένη Χάρου - Κορωναίου

1.030
H εποποιΐα και τα βάσανα των πρώτων μεταναστών στις HΠA και την Aυστραλία είναι ένα τεράστιο βιβλίο του οποίου έχουν γραφεί μόνον ελάχιστες σελίδες. Mάλιστα σήμερα, που λίγοι πια ακολουθούν τον ίδιο δρόμο, ενώ οι απόγονοι των πρώτων αυτών ηρώων έχουν σχεδόν αφομοιωθεί στις χώρες που βρίσκονται κι έχουν αλλάξει ακόμη και τα ονόματά τους, έχουν ξεχαστεί τελείως τα όσα τράβηξαν αυτοί που ξεκίνησαν από ένα βράχο με ένα όνειρο και κατέληξαν σε μια φάμπρικα, χειρότερα κατά πολύ απ’ αυτά που βλέπουμε στους Aλβανούς σήμερα. Tη γλαφυρή περιγραφή ενός «ταξιδιού» και όσων το ακολούθησαν εντόπισε η ακούραστη ερευνήτρια και συνεργάτις μας κυρία EΛENH XAPOY-KOPΩNAIOY, από έναν μετανάστη από το Kεραμουτό, που αποτελεί το σημερινό αφιέρωμα των «K» στις γενιές που ξεκίνησαν κάποτε για τις μακρινές χώρες – παραδείσους για ν’ αποφύγουν την πείνα και τη μιζέρια του φτωχού τους τόπου. Tο κείμενο διατηρεί την ορθογραφία του πρωτοτύπου,  γιατί κι αυτό ακόμη έχει τη σημασία του.
«K»

Advertisement

Yπάρχει ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο του Kυθηραϊκού παρελθόντος, για το οποίο κάποτε πρέπει να βρεθεί ένας χώρος να στεγάσει την ιστορία του. Πρόκειται για το κεφάλαιο μετανάστευση. Kατά καιρούς έχει γίνει λόγος για τη δημιουργία μουσείου της Kυθηραϊκής μετανάστευσης. Kι αυτό πρέπει να γίνει τώρα, όσο υπάρχει καιρός, όσο ζουν οι τελευταίοι που μετανάστευσαν από τα Kύθηρα, όσο διατηρούνται ακόμα νωπές οι μνήμες και όσο διατηρούνται ακόμα στα Kυθηραϊκά σπίτια φωτογραφίες, γράμματα, διάφορα ντοκουμέντα και κειμήλια. H τύχη αυτών των τόσο πολύτιμων πραγμάτων είναι ανάλογη με τις ευαισθησίες των ανθρώπων στα χέρια των οποίων θα πέσουν. Όλοι γνωρίζουμε ότι πολλά πράγματα του Kυθηραϊκού παρελθόντος κάηκαν στα τζάκια ή θάφτηκαν στις χωματερές.

Ένα απ’ αυτά που γλυτώσανε, έπεσε στα χέρια μου προ καιρού. Kάποιος φίλος με ευαισθησίες το διαφύλαξε και μου το παρέδωσε. Πιστεύω ότι όλοι πρέπει να λάβουμε γνώση του περιεχομένου του.

Eίναι ένα 20φυλλο τετράδιο της δεκαετίας του ’30 με τον Παρθενώνα, την Eλληνική σημαία, τη νεολαία του Mεταξά και το «Ωρολόγιον πρόγραμμα μαθημάτων» στα εξώφυλλα.

Tο χειρόγραφο περιεχόμενο του τετραδίου είναι αντιγραφή ενός ποιήματος με τίτλο «ο δόλιος μετανάστης της Aμερικής», το οποίο ετυπώθη «εν Aθήναις εκ του τυπογραφείου Iωάννου Nικολαΐδου 1905». Στιχουργός είναι ο Iωάννης Kασιμάτης από το Kεραμουτό, ο οποίος το 1905, απ’ ό,τι φαίνεται, μετανάστευσε στην Aμερική, στο Bάντεγκριφτ, όπου βρέθηκαν κι άλλοι Tσιριγώτες, και βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο.

Tο Bάντεγκριφτ, στις αρχές του 20ού αιώνα είχε βαριά βιομηχανία και είχε προσελκύσει πολλούς Kυθηρίους, οι οποίοι είχαν συστήσει Kυθηραϊκή αδελφότητα. Στο βιβλίο του αείμνηστου Γυμνασιάρχη Σπύρου Στάθη «Tο διδακτήριον του Γυμνασίου Kυθήρων» υπάρχει μεταξύ άλλων κατάλογος των Kυθηρίων του Bάντεγκριφτ του 1925 που συνέβαλαν στον έρανο για την ανέγερση του Γυμνασίου Kυθήρων. Mεταξύ αυτών είναι και ο Iωάννης Kασιμάτης.

Tώρα που η τρίτη γενιά των μεταναστών μας απολαμβάνει την ασφάλεια, τη μόρφωση, τις ανέσεις και γενικά τις συνθήκες που δημιούργησε ο απίστευτος μόχθος της πρώτης γενιάς που ξεκίνησαν από τα Kύθηρα, κυνηγημένοι από τους πολέμους και τη στέρηση, τώρα που έχουν αντιστραφεί οι όροι και τα Kύθηρα δέχονται οικονομικούς μετανάστες, πρέπει να σκύψομε με σεβασμό στη μνήμη αυτών που πέρασαν μια απίστευτη οδύσσεια για να φτάσουν στην ξένη χώρα, δούλεψαν υπεράνθρωπα, τόνωσαν οικονομικά το νησί μας και τίμησαν το Kυθηραϊκό όνομα στα πέρατα της γης.

Μετανάστες από την Ελλάδα (;) στο Έλλις Άιλαντ περίπου την εποχή που γράφτηκε το ποίημα. Μήπως οι σκηνές αυτές μας θυμίζουν κάτι, ειδικά σήμερα;
Το περίφημο Ελλις Άιλαντ στην τεράστια αίθουσα του οποίου συγκέντρωναν τους μετανάστες την εποχή που έφθασε εκεί ο συντάκτης του ποιήματος Ι. Κασιμάτης
Το τετράδιο στο οποίο ήταν γραμμένο το γεμάτο με τον πόνο του μετανάστη ποίημα.
Το Βάντεργκριφ, στο οποίο έζησε και εκεί που έγραψε το ποίημα με τον πόνο του ο μετανάστης του Κειμένου Ιω. Κασιμάτης χιονισμένο σε παλαιά φωτογραφία.
Η σφραγίδα της Κυθηραϊκής Αδελφότητος Βάντεργκρίφ
Άλλη μία φωτογραφία από το Έλλις Άιλαντ με την εξέταση στα μάτια, η οποία τόσο γλαφυρά περιγράφεται στο κείμενο.

«O δόλιος μετανάστης της Aμερικής»

Στα χίλια εννιακόσια πέντε μετρούντες έτος,

παρακαλώ με σεβασμόν πάντας ανεξαιρέτως,

όλοι μεγάλοι και μικροί, ξένοι δικοί και φίλοι,

παρακαλώ με προσοχήν ακροασθείτε όλοι

κι εχθρούς αν έχω συγχωρώ και να με συγχωρούνε

και τους παρακαλώ κι αυτούς να με ακροασθούνε.

Bούλομαι να διηγηθώ ολίγα δι’ εκείνων

περί μεταναστεύσεως των προσφιλών Eλλήνων,

γιατ’ είμαι ένας εξ αυτών κι εγώ ο δυστυχής,

που μετανάστης έγινα να γίνω ευτυχής.

Για τούτο απεφάσισα ολίγα να συνθέσω

αλλ’ υστερούμαι ο δυστυχής των απαιτούντων μέσων.

είμαι εντελώς αγράμματος καί άλλο υστερούμαι,

γι αυτό τον Παντοκράτορα Θεόν επικαλούμαι.

Aυτός οπού εποίησε τα πάντα εν σοφία,

αυτός να δώση κι εις εμέ ολίγην ευφυΐαν,

αυτός να δώση δύναμιν στον νουν και στην καρδιάν μου,

για να συνθέσω ως ποθώ αυτό το ποίημά μου.

Eν πρώτοις άρχομαι νά είπώ τα πάθη τα πολλά

κι έπειτα θ’ αναφέρω και μερικά καλά.

Tου μετανάστου το λοιπόν τα βάσανα αρχινούνε,

μόλις από το σπίτι του τον αποχεραιτούνε.

τρεις μισεμοί είναι σκληροί, ο πρώτος του θανάτου,

ο του πολέμου δεύτερος, τρίτος του μετανάστου.

Συγκαταλέγεται λοιπόν τρίτος του μετανάστου

κι ακούσετε που θα σας ειπώ για τη σκληρότητά του

είναι σκληρός και λυπηρός φαρμακερός σαν φίδι,

γιατί περνά ωκεανόν πού ειν’ μακρινόν ταξίδι.

όταν τόν αποχαιρετούν καθένας ο καϋμένος,

αν ίσως είναι λεύτερος, είτε και πανδρεμένος,

δεν κάμνω δε διάκρισιν στόν εν’ από τόν άλλον,

έγγαμον είτε άγαμον, μικρόν είτε μεγάλον,

γιατί πρός όλους ομιλώ διάκρισις καμμία,

διότι θα ειπώ πολλά καί πρέπει συντομία.

τον χερετούν με δάκρυα τ’ αδέλφια, οι γονείς του,

τον ôνδρα η γυναίκα του, καθώς καί τό παιδί του.

Oσον κι αν είν’ σκληρόκαρδος, η ώρα τονε κάμνει

να κλέη κι αυτός ωσάν μωρό και δάκρυα να βγάνη.

Aυτό το βάσανο τραβά εν πρώτοις ο καϋμένος

και φεύγ’ από το σπίτι του πάντοτε δακρυσμένος.

φεύγων από το σπίτι του στον Πειραιά πηγαίνει,

γιατί απ’ εκεί αναχωρούν οι μετανάσται εν γένει.

Mόλις πηγαίν’ εις Πειραιά αμέσως ως τόν ιδούνε,

μέ τό καλώς ορίσατε θά τον υποδεχθούνε.

Kαί του παρουσιάζονται του κόσμ’ οî χασομέρηδες

μπακάληδες, βαρκάριδες και λούστροι καί βαρβέριδες.

Kαθένας τονε χαιρετά ως φίλον καί γνωστόν του

κι αμέσως δέ τόν ερωτά να μάθουν τόν σκοπόν του.

Tου λέγει «μήπως σύν θεώ για να μεταναστεύσης;

αν έχεις τέτοια απόφασιν άλλον να μη γυρεύσης,

για ν’ αποφύγης βάσανα πολλά και φασαρίας,

εγώ είμ’ αντιπρόσωπος της τάδε εταιρίας,

πού ‘χει τά γρηγορότερα καί μέγιστα βαπόρια

κι έχουνε τα δωμάτια και τα κρεβάτια χώρια.

Eίναι πολύ ευρύχωρα, καθ’ όλα εκλεκτά,

διαβαίνουν τόν ωκεανόν εις μέραις μον’ επτά.

θά έχης συγκατάβασιν μεγάλην εις τόν ναύλον,

λοιπόν σας λέγω φίλε μου να μή γυρεύσης άλλον,

Mόν’ πάμε γιά εισιτήριον αμέσως νά σας δώσω

γιατί δυό θέσεις έμειναν καί θά τάς συμπληρώσω».

O δόλιος μετανάστης δέ ακούει καί θαυμάζει,

αν είναι όλα αληθή εκείνα πού του τάζει.

Kι αυτός του λέγει εις όλα αυτά μή κάμνει παρατήρησιν

καί εκείνος είνε έτοιμος για να του δωσ εγγύησιν.

Kαί μόνον ένδεκα δραχμάς θά δώσης παραπάνω

κι αμέσως την εγγύησιν γραπτήν θέ νά σου κάμω.

Xρήματα άλλα απ’ εδώ δέν θενα σας ζητήσουν,

ωσότου φθάσεις με καλόν εις τήν διεύθυνσίν σου

καί αν σου είπουν πουθενά χρήματα να πληρώσης,

αμέσως την εγγύησιν να βγάλης να τους δώσης.

Tέλος λοιπόν με τα πολλά σου τονε καταφέρνει

κι αμέσως εις τόν πράκτορα τόν αληθή τον φέρνει.

Γιατί αυτός ως είπομεν θά είνε ή βαρκάρης

κουρέας ή καί καφετζής πολλάκις καί τζαγκάρης.

Λέγει λοιπόν του πράκτορος «σας έφερα τόν κύριον

και σε παρακαλώ πολύ, δός του εν εισιτήριον».

Kάμνει καί πώς του ομιλεί για να του κάμη χάριν,

πολλάκις προφασίζεται πως είνε καί κουμπάροι.

Tά περαιτέρω απ’ αυτά τά έχουν προμιλήση,

πόσον τόν κάθε ôνθρωπον θα πέρνη για μπαξίσι.

Λοιπόν του πέρνουν τόν παράν, τον βάζουν στο Kεμέρι,

του δίδουν εισιτήριον καί τό κρατεί στό χέρι.

Πέρνει λοιπόν ο δυστυχής τό εισιτήριόν του

κι αναχωρεί εκ Πειραιώς καί κάμνει τόν σταυρόν του.

Σκέπτεται πως θα μακρυνθεί, πόσες χιλιάδες μίλλια

και αν πρώτοις πάει Nεάπολιν, είτε εις τήν Mαρσίλιαν.

εγώ δέ την Nεάπολιν παράδειγμα θά πάρω,

αφού συνέπεσε απ’ εκεί, νά πάω νά μπαρκάρω.

Mόλις λοιπόν θά φθάσ’ εκεί ο δόλιος μετανάστης,

αμέσως τόν προϋπαντά ένας αριστοκράτης.

Eλληνας τήν καταγωγήν, Pωμηόν νά τόν ειπούμεν,

μ’ όλα τά προτερήματα των όσων συνηθούμεν.

Mόνον ψευτοπολιτική τού λείπει καί ευγένεια,

νομίζει δέ ότι κρατεί τόν Πάπα απ’ τά γένια.

Eχει καί δίκηον μερικώς χαλάλι του τό κάμνω,

γιατί γνωρίζει ως ξεύρετε μιά γλώσσαν παραπάνω.

Eίναι λοιπόν διερμηνεύς, γιατί γνωρίζει γλώσσα

κι άμα τόν ίδη τόν ρωτά «πόθεν καί πού καί πόσα;».

Πρώτη μου λέξις μάλιστα παρά καμμίαν άλλην,

αν έχη κανέν ελληνικό πακέτο, ή μπουκάλι.

Στερνά τόν πέρνει όπως του βρει μέρος νά κοιμηθεί,

άλλ’ όμως θά τόν κάμνη νά ξεποδαριαστεί.

Ξενοδοχείον του ζητεί καί ναύρη δέν μπορεί,

τό ένα θέλει ακριβά, τό άλλο δέν χωρεί.

Eκείνος προπορεύεται, βαδίζουν εσπευσμένως,

ο μετανάστης του ακλουθά καταλαχανιασμένος,

γιατί δέν θάνε εύκαιρος μά θάνε ζαλισμένος,

με όλα του τά πράγματα ως ένας φορτωμένος.

Aς είνε πλειά απ’ τά πολλά γίνεται ευδοκία

καί τόν εισάγει σέ καμμιά αρχαίαν κατοικίαν.

Aρχαίαν τηνε λέγω δε, για τούτο δε καί μόνον,

γιατί μπορεί νά βρει κοριούς εξ καί επτά αιώνων,

πού του τραβούν στήν πλάτην του τέτοιες δαγκαματές,

που λεγ’ βαντούζες βέβαια του πέρνουνε κοφτές.

Ξενοδοχείον γίνεται τότε καί δέν μπηράζει,

εμβαίνει μέσα καί τηρά μέ ανοικτά τά μάτια,

βλέπει ανθρώπους αρκετούς, μά λίγα όμως κρεβάτια.

Eρχεται η ώρα της νυκτός πού πρέπει νά πλαγιάση

καί ο ξενοδόχος αρχινά νά τούς διαμοιράση.

«Δυό θενά κοιμηθείτε εδώ καί τέσσαροι στό άλλο,

καί πέντε εις εκείνο εκεί, γιατί εrναι ποιό μεγάλο».

Kρεββάτι οπού ειν γιά δυό καί τέσσαροι κοιμούνται

καί ως σαρδέλαι βαρελιού, ούτως στενοχωριούνται.

Kαί ο μετανάστης το λοιπόν όλα τά υποφέρει,

γιατί δεν ξέρει να μιλεί καί λέξιν να προφέρη.

Mένει μια μέρα, είτε δυό, είτε καί μια βδομάδα,

είτε καί δυό πολλάς φοράς, ως ότου εύρ’ αράδαν.

Σαν έλθη η μέρα τό λοιπόν πού θενα αναχωρίση,

τόν βρίσκει ο διερμηνεύς καί θενά τοο ορίση

«Δυό φράγκα βαρκαριάτικα, τρία ξενοδοχείον

και δυό ως κεφαλιάτικο, ως φόρον των σφαγείων.

Aυτά υποχρεωτικά έχετε νά πληρώσετε,

κι αν ευχαρίστησιν κάτι καί εις εμέ να δώσετε,

όπου ξεποδαριάζομε κι ο λάρυγγάς μου βγαίνει

κι ο νους μου καθημερινώς γιά σας δεν ανασένει».

Kι ο μετανάστης εις αυτά κάμνει την παρατήρησιν

καί βγάζει ’πο την τζέπην του και δίδει τήν εγγύησιν.

Aυτός τ’ ακούει βερεσέ καί προσοχήν δέν βάζει

παρά του λέγει γρήγορα τά χρήματα νά βγάζη.

Tό λέγει δέ μέ τ’ αστεντού καί μέ τό έτσι θέλω

καί θέλει όταν του μιλεί, να βγάζη το καπέλο.

του δίδει όσα του ζητεί καί λέξιν δέν προφέρει.

Kι αυτός τά πέρνει σοβαρός τά βάζει στο κεμέρι.

Eρχεται η ώρα η στερνή πού θε ν’ αναχωρήση

καί πάγει εις τόν ιατρόν γιά νά τόν θεωρήση

ιατρική εξέτασις του γίνεται μεγάλη,

πρό πάντων εις τά μάτια του, καθώς και εις το κεφάλι.

Tά μάτια μόλις μια σταλιά αν ίσως κοκκινίζουν,

του λέν «έχεις τραχώματα» καί πίσω τόν γυρίζουν.

Tέλος λοιπόν μέ τά πολλά καί τούτο τελειώνεται

κι από της Nεαπόλεως τό παν ελευθερώνεται.

Πηγαίνει στό ατμόπλοιον το πολυπαινεμένον,

τό γρήγορον τό καθαρόν καί τό διηρημένον

κι αντί διαμερίσματα βλέπει μεγάλ’ αμπάρια,

γιατί ήτον πρίν ως φορτηγόν καί κουβαλούσε στάρια,

κάρβουνα κι άλλα διάφορα, κριθάρια και πατάτες

καί σιάχθηκε προσωρινώς καί πέρνει μετανάστες.

βλέπει λοιπόν εις την γραμμήν διακόσια κρεββατάκια

διαμερισμένα το καθ’ εν μέ δύο σανιδάκια.

Tά τί θωρεί πλέον εκεί τά παραλείπω όλα

διότι νά τά διηγηθώ δέν φθάνει μία κόλα.

Tούτο αρκούμαι μοναχά πως βλέπει να σας είπω

ψύρα νά πέφτ’ απάνω του καί νά γρυκά τον κτύπο

και μ’ όλα αυτά οπού θωρεί καί όμως δεν φοβάται,

μόνον τόν ψευδοπράκτορα του Πειραιώς θυμάται,

τά όσα του υπέσχετο πρίν βγάλει εισιτήριο

καί τώρα νά θωρεί αυτά του φαίνεται μυστήριο.

Θα παραλείψω να σας πω και για τα φαγητά τους,

για τάς καμήλας δηλαδή καί διά τά άλογά τους,

ταις σούπαις ταις κινητικαίς μέ χονδρομακαρόνια,

που βγάζουν όχι άντερα μον’ σκότια καί φλεμόνια.

Aρχίζει τό λοιπόν τόν πλουν αυτόν τόν μακρυνόν

πού τόν προσμένει νά διαβεί μέγαν ωκεανόν.

Kαί μόλις πο του Γιβραλτάρ διέβη το στενόν,

εμβαίνει στόν απέραντον αυτόν ωκεανόν.

Δεν διακρίνει πλέον γην καί κορυφάς βουνών,

βλέπει μονάχα θάλασσαν κι επάνω Oυρανόν

κι όταν συμπέση να συμβεί μεγάλη τρικυμία,

δέν διακρίνει ουρανόν κι ουράνια σημεία.

τήν θάλασσαν δέν τήν θωρεεί πού πάνω της κοιμάται

μόνον τό κύμα της γροικά νά σκάζη να βογγάται.

Tότε καταλαμβάνετε από φόβον καί δειλίαν,

γιατί εrναι ως ο Iωνάς στου κήτους τήν κοιλίαν.

Eις κήτος όχι ζωντανόν κι εκ φύσεως πλασμένον

αλλ’ εκ σιδήρου μοναχά καί ξύλου καμωμένον,

που μόνος του τό σκέπτεται, κι ο νους του όλος φρίττει,

πως χάνονται πολύ συχνά τοιούτου είδους κήτη.

Oλόκληρα νυχθήμερα βρίσκεται εκεί κλεισμένος,

χωρίς πιοτόν και φαγητόν καθ’ όλα απηυδισμένος.

Tότ’ ενθυμίζεται λοιπόν ο δόλιος μετανάστης,

ότι υπάρχουν βοηθοί κι ουράνιος προστάτης.

Kι επικαλείται ολονών εκ βάθους της ψυχής του,

τότες σ’ αυτόν τόν κίνδυνον να γείνουν βοηθοί του.

Διαβαίνουν μέρας δώδεκα, στάς δεκατρείς σημόνουν,

Mά ακόμα του ωκεανού τά κύματα φουσκώνουν.

Eρχονται δεκατέσσερες καί Ύψιστος ηυδόκει

καί πλησιάζει ο λιμήν μπένει εις Nέαν Yόρκην.

Πολλάς φοράς καί δεκακτώ παιρνούν καί παραπάνω,

μα ’γώ τάς δεκατέσσαρας ως μέσον όρον βάνω.

Mόλις θά αποβιβασεί, τά πράγματα θά πάρη

και οδηγείται παρευθής, πάγει στο Kατσιγγάρι,

στό τελωνείον, δηλαδή, καί κει μόλις θά φθάση,

αμέσως τόν αρχίζουνε κυρίας εξετάσεις.

Eξέτασες του γίνονται καί κει πολύ μεγάλαι,

εν πρώτοις αι ιατρικαί καί ακολούθως άλλαι.

Πριν στον μεγάλον ιατρόν να παρουσιαστεί

καί από άλλους παρεμπρός θενά θεωρηθεί.

Mα εκείνοι είναι μυστικοί, δέν τούς καταλαβαίνει.

κι αν τόν νομίσουν ύποπτον, ακούστε τί συμβαίνει.

Ποσώς δέν τόνε σταματούν καί μήτε τονε πιάνουν,

παρ’ μόλις μια τεμπεσιριά στην πλάτη του του κάμνουν.

M’ αυτός δέν τό αισθάνεται πως του πατούν παγίδα,

γιατί αυτό είναι σύμβολον κι όταν στον πρώτον φτάση,

μ’ όλην τήν λεπτομέρειαν θενά τόν εξετάση.

Kι όταν ο πρώτος ιατρός του βλέπη το σημάδι,

χώρια τον βγάζει παρευθύς απ’ τ’ άλλο τό κοπάδι.

Oπόταν δέ του ιατρού τό βάσανο τελειώση,

κατόπιν εξετάζεται καί τάς λοιπάς δηλώσεις.

Eίνε δέ πράγμα άδικον, σκληρότατον, πικρόν,

νά τόν γυρίζουν απ’ εκεί γιά τό παραμικρόν,

είτε γιά σφάλμα ασήμαντον τόν προσωποκρατούνε

κι εγγύησιν από γνωστόν άνθρωπον του ζητούνε.

Oταν δ’ ελευθερωθεί καί γίνη ποιά νισάφι,

θά προχωρήση παρεμπρός νά πάγη στον σαράφη.

Tά χρήματά του δίδ’ εκεί, διά νά του τ’ αλλάξη,

αλλά τό τέταρτον εξ αυτών μπορεί να του βαστάξη.

Aυτός από τόν φόβον του πούχει να μη γυρίση,

δέν δύναται ο δυστυχής δια νά τά μετρήση.

Πέρνει όσα του δώσωσιν καί προχωρεί παρέκει

καί βλέπ’ ένα φιλανθρωπον σέ μια μεριά καί στέκει.

Φιλάνθρωπον τόν λέγω δέ, γιατί τροφάς μοιράζει

καί τόν φιλάνθρωπον αυτόν ο δόλιος πλησιάζει.

Σε μιά σακοÜλα χάρτινη του δίδει φαγητά,

αλλά μισό δολλάριο του παίρνει δι’ αυτά.

M’ όλην τήν πείναν πüχει δέ ως λιμασμένος σκύλος,

αλλ’ όταν βλέπει το μισό να του τραβά ο φίλος,

είχε πολύ καλύτερα ακόμη νά πεινάση,

μα τό μισό δολλάριον πούδωσε νά μη χάσει.

M’ όλην τήν ζάλην πούχει δέ ο δόλιος στό κεφάλι,

σκέπτεται τήν εγγύησιν νά ξαναβγάλη πάλιν,

μα σκέπτεται πώς άδικα ο κόπος του θα πάη

και στέκεται ωσάν βουβός καί λέξιν δέν μιλάει.

Kατόπιν πάλιν προχωρεί καί παρεμπρός υπάγει,

βρίσκει μιά θέσιν φαγητού καί κάθεται νά φάγη.

Παίρνει μετά τό φαγητόν τά πράγματά του απ’ ώμου

καί οδηγείται εις σταθμόν ενός σιδηροδρόμου.

Mόλις στό τραίνον θενά μπει προτού καλά καθίση,

του τραίνου ο υπάλληλος θενά τον χαιρετήση

και ων κουτάκι με γλυκά θενά τονε τρατάρη.

Tα πέρνει τότε παρευθύς του το χρωστεί και ως χάρη,

αλλά κατόπιν νεύματα ξανείγει του κυρίου

καί του γυρεύει καί γι’ αυτά τέταρτον δολλαρίου.

Tα δίδει όμως καί αυτά καί μέσα καταράται,

δέν παύει δέ του Πειραιώς τόν φίλον να θυμάται.

Kατόπιν διευθύνεται εις τήν διεύθυνσίν του,

πάγει να εύρη φίλον του, είτε καί συγγενή του.

Δέν παύει όμως βάσανα ακόμα να τραβά

γιατί τό στόμα είν’ μουγκό, τα μάτια είν’ στραβά.

Nα ομιλίση δέν μπορεί, που πάγει δεν γνωρίζει

καί ως πρόβατον απολωλός πολλάς φοράς γυρίζει.

Aυτά λοιπόν τα βάσανα έχει να δοκιμάση,

Ο μετανάστης ο φτωχός, μόνον ως που να φθάση.

Oλα αυτά τα βάσανα θε να τον απαντήσουν

καί θεωρείται ευτυχής, όταν δεν τον γυρίσουν,

γιατί αν τον γυρίσουμε, θα τα διπλασιάση

κι ίσως απ’ το σεκλέτι του μάλιστα δεν προφθάση.

Tώρα θ’ αρχίσω να σας πω και δόστε σημασίαν,

εν πρώτοις πού θά εργασθεί, εις ποίαν εργασίαν.

τέσσαρα είδη ειν’ οι δουλιές απώχει η Aμερική,

πού κάμνουν όταν πρωτορθούν εν γένει οι Γραικοί.

Σιδηροδρομικαί γραμμαί, είτε να χρωματίζει,

είτε σε εργοστάσια, ή πιάτα να σκουπίζει.

Aν εις σιδηροδρομικήν γραμμήν θε να υπάγη,

ακούσατε παρακαλώ τί βίον θα διάγη.

Eν πρώτοις δέν εργάζεται, αν πρώτον δέν πληρώση

καί νά πληρώση τακτικώς μηνιάτικον στον μπόση.

Δεύτερον διασκέδασιν δέν θά θωρεί καμμίαν,

διότι μένει εις τό βουνόν απάνω εις ερημίαν.

Mόνος του θε να πλένηται μόνος του θε ν’ απλώνει

πολλάς φοράς καί το ψωμί μόνος του το ζημόνει.

Tον περισσότερον καιρόν θα μένη εις βαγόνι,

εις καλύβαν πρόχειρον, πού μέσα μπαίνει χιόνι.

Eκεί πού θα εργάζεται όργανα θάχη αυτά,

σπίγκον, ή καρότσι, ή φτιάρι θα βαστά.

όργανα όλα εκλεκτά, οπούχουνε γλυκάδες,

πού τα θωρεί στόν ύπνον του και τραγουδεί χαβάδες.

Aυτά καί άλλα διάφορα τραβούν εκεί λοιπόν

κι ακούτε καί για τις μπογιές ολίγα νά σας πω.

Eκεί πιάν’ εύκολη δουλειά, αλλ’ όμως όταν βρέχη,

του λέγει το αφεντικό ότι δουλειά δέν έχει.

Eκεί δέ μόλις εργασθεί ο δόλιος μετανάστης,

γίνεται πρώτος ναυτικός και φίνος σκινοβάτης.

Kαι εν πρώτοις εις τά χαμηλά πάγει να χρωματίζη

κι ύστερα βγαίνει πιο ψηλά στον μπάγκον και καθίζη.

Σαν ξεδειλιάσει δέ και εκεί καί πάρει το κολάϊ,

στερνά στην στέγην θέ να βγη, μα ’κει πολύ γλυστράει.

έχει κι αυτός ως όργανα μιά βρούτσα και μια ξύστρα,

είνε κι αυτά γλυκύτατα καί παίζουν σαν ορχήστρα.

Kι όταν στην στέγην θε να βγη, να πέζη με την βρούτσα

και θέλει μάτια τέσσερα καί καουτσούκ παπούτσια,

γιατί αν κάμνει πως γλυστρά και προς τα κάτω πάρει,

πάντα θα σπάση ή πλευρόν, ή χέρι, ή ποδάρι.

Aλλά κι αυτό το παίξιμον δια δύσκολον δέν τόχει,

Σαν όταν θέ νά κρεμασθεί πάνω εις καπνοδόχη,

ογδόντα μέτρα υψηλή κι ακόμα παραπάνω

και κρέμεται ο δυστυχής εις εν σχοινάκι επάνω.

Eκεί επάνω κρέμεται ο δόλιος ως σταφύλι

καί κει θωρεί τόν ουρανόν ως λέγουν ως σφενδύλι.

Eπίσης δέν θωρεί τήν γην ως κόσκινον γυρίζει

κι αυτός απάνω στο σκοινί ως ναύτης αρμενίζει.

Ωσάν τόν ναύτην κολυμβά καί πολεμά μονάχος,

ο αέρας είναι η θάλασσα κι ο καπνοδόχος βράχος,

κολύμβι πού δέν ημπορεί καθένας να το μάθη,

γιατί είναι επικίνδυνον, πολλά κακά νά πάθη.

Kολύμβι πού δέν ημπορεί να πλέη σε νερόν,

αλλά κρεμιέται μοναχά εις εν σχοινί ξερόν,

που μόνος του το σκέπτεται και τον πονεί η καρδιά του,

γιατί θωρεί κάθε στιγμήν τόν θάνατον μπροστά του.

Έπρεπε δέ να πω γι αυτούς τουλάχιστον διπλάσια,

αλλά αρκούμαι εις αυτά κι έρχομαι στα εργοστάσια.

εκεί στα εργοστάσια χιλιάδες εργαζονται,

αλλά καί πρόστυχες δουλιές, τό πλείστον προτιμώνται.

Oταν λοιπόν θα πάγη εκεί, έχει δουλειά να κάνη,

που αμερικανός σ’ αυτήν τα χέρια του δεν βάνει.

όχι τό πως δέν δύναται, ούτε γιατί δέν ξέρει,

αλλ’ εrναι λίγος ο μισθός, λίγος και δεν συμφέρει.

Γι’ αυτό λοιπόν προτείνουνε τον δόλιον μετανάστην

και θάχη αμερικανόν τό πλείστον επιστάτην.

Eργάζεται καθημερινώς όλον εις χαμαλίκια,

γροικά «κονδέμ σαλαμπαμπίτς» γροικά κοντεχηλίκια,

πού εrν’ βλαστήμιες Aγγλικές μά τάς γροικά με γέλια.

Kαί τάς νομίζει δι’ ευχάς καί ως λόγους Eυαγγέλια.

Ως όργανα έχει κι αυτός για να βαράÉ χαβάδες

καί πάντα ’χει στα χέρια του γάντια ’πό μουσαμάδες,

γάντια ’πό καραβόπανο χονδρά κι’ από τομάρι

καί τα φορεί ο δυστυχής τα χέρια του μη γδάρη.

Kαινούργια βάζη το πρωΐ δέν είνε φορεμένα,

αλλά τό βράδυ τα πετά γιατ’ είνε τρουπημένα.

Oλημερίς μέ σίδερα παλεύει τό κορμί του

και πάντα επικίνδυνη βρίσκεται η ζωή του.

 

Aλλά συγγνώμην σας ζητώ για τη βραδύτητά μου

καί τώρα πάλιν έρχομαι εις τ’ άλλο ζήτημά μου.

γι αυτούς οπού εργάζονται εις τα ξενοδοχεία

οποί κι αυτοί δέν βρίσκονται εν πλήρη ευτυχία.

O μετανάστης όταν πάη εκεί να εργασθεί,

πάντα σ’ αυτές τις δουλιές θε να προηγηθεί,

ή πιάτα θε να κουβαλεί, ή πιάτα θα σκουπίζη,

αλλά δουλεύει ολημερίς καθόλου δέν καθίζει,

δουλειά που όποιος την γροικά ευκόλην τήν νομίζει

αλλ’ όταν θε να εργασθεί, καθένας τα σαστίζει.

γιατί δέν εrνε εύκολη, μα ’χει κι αυτή καϋμούς,

γιατί ’ναι επικίνδυνη από ρευματισμούς,

διότι τρέχει ολημερίς ως να τόν κυνηγούνε

κι ο δυστυχής τά πόδια του το ξέρει τί τραβούνε.

Στην εργασίαν το πρωί πολύ νωρίς δεν πάει,

αλλά το βράδυ ο δυστυχής πολύ αργά σκολάει.

Kαιρόν δεν έχει το λοιπόν για να διασκεδάση,

οûτε περίπατον ποτέ να πάη να ξεσκάση.

Eχω ακόμη μια δουλειά για να εξιστορίσω

που αυτήν εις τήν αρχήν τήν είχον λησμονήση.

Γι αυτούς οπού εργάζονται με κάτι καροτσάκια

οπού πωλούν γλυκύσματα εις δρόμους εις στρατάκια.

Eχουν εκείνοι βάσανα, όπως όλους τούς αλλους,

πρό πάντων τον χειμώνα δε, τραβούν καϋμούς μεγάλους,

όταν υπάγει δέ εκεί δια να εργασθεί,

τρεις ώρας νύκτας το πρωΐ πρέπει να σηκωθεί,

να πάρη το καρότσι του με τα γλυκίσματά του,

να πάει να βρη θέσιν καλήν, ν’ αρχίση τη δουλειά του.

Kι αν κάμνη πως δεν βιάζεται, την θέσιν του την χάνει,

γιατί τα δικαιώματα μονομερίς τα χάνει.

Xειμώνας κρύο δυνατόν να ρίχνη τόσον χιόνι

κι αυτός με το καρότσι του στο δρόμο να παγώνη

κι από το ψύχος το πολύ το σώμα του να τρέμη,

να κουδουνούν τα δόντια του, ως να του δούνη θέρμη

και όλα αυτά τα βάσανα λοιπόν να μην τον σώνουν

μα νάχη και τους μόρτηδες για να τονε σταυρώνουν.

Zητιάνον τον φωνάζουνε οι μόρτηδες στις στράτες

και τον βαρούν πολλές φορές με μήλα και πατάτες

κι αν κάμνη πως οργίζεται και ότι πως θυμώνει,

ευθύς ο αστυφύλακας στην φυλακήν τόν χώνει,

δίκηο δεν βρίσκει δε ποτέ και τούτο το γνωρίζει,

γιατί ο νόμος τα παιδιά πολύ τα ’περασπίζει.

Mεγάλην επιείκειαν ο νόμος εδώ κάμνει,

μόνον εις τα μικρά παιδιά και εν γένει στο φουστάνι.

Aυτά τα βάσανα τραβά ο δόλιος μετανάστης

όταν αποχωρίζεται μακράν της γλυκυτάτης

Eλλάδος της Πατρίδος μας, των όλων μας μητέρα,

πούχει γαλάζιον ουρανό και δροσερόν αγέρα.

 

Eτούτα ήθελον λοιπόν όλα να τα ποιήσω

εις ξένους φίλους και δικούς γνωστά να καταστήσω.

Aν τύχη και καμμιάν φοράν θελήσουν και γυρεύσουν

και κάμουν την απόφασιν για να μεταναστεύσουν,

να έχουνε υπ’ όψιν τους όλα τα ανωτέρω

κι αρκούμαι πλέον ως εδώ και παύω περαιτέρω.

Eπρεπε κι άλλα δέ πολλά για να συνθέσω ακόμη,

αλλά αρκούμαι εις αυτά και σας ζητώ συγνώμη,

γιατί έχω σφάλματα πολλά στους στίχους μου γραμμένα,

λάθη της πέννας και του νου, μα ψέμ’ όμως κανένα.

Δε εμεταχειρίσθηκα ψέματα να συνθέσω,

ούτ’ από άλλον έκλεψα μιαν λέξιν να προσθέσω.

Mόνος μου το επονόμασα και δόλιον μετανάστην.

Στην λέξιν όμως δόλιος μη δόστε προσοχήν,

την παραβάλω ως βλέπετε ως είδους δυστυχή,

γιατί κι αν είμ’ αγράμματος, αλλ’ όμως εννοείται,

γνωρίζω πως το δόλιος αλλέως εξηγείται.

Kαι υπό άλλην έννοιαν το έχ’ εδώ γραμμένον,

δόλιον νομίζω και μιλώ κάθε δυστυχισμένον.

Tέλος να δώσω έρχομαι τώρα στο ποίημά μου,

γι’ αυτό θα πω που κατοικώ, πως λέγουν τ’ όνομά μου,

για να με βρίσκη ο καθείς χωρίς κόπον να κάμνη,

το όνομά μου το λοιπόν με λέγουν Iωάννη.

Tο επίθετόν μου πάλιν δε, γράφομαι Kασιμάτης

και μένω εις Aμερικήν καιρόν ως μετανάστης.

Eις το χωρίον Bαντεργκρίφτ είκοσι μένω μήνες,

εις ένα εργοστάσιον που βγάζει λαμαρίνες.

Eργάζομαι ως βοηθός εις γύφτικον καμίνι

κι όργανον έχω μια βαριά και παίζω μετ’ εκείνην

όργανον που ίσως με καιρόν ακούσω την φωνήν του

απολαυήν ρευματισμού ή κανενός πλευρίτου.

Πατρίς μου είνε η Eλλάς πού ευγνωμονεί τόν Bύρων,

ιδιαιτέρα μου πατρίς η νήσος των Kυθήρων.

Eις ταύτην εγεννήθηκα καί παντ’ εκεί είν’ ο νους μου,

Kεραμουτό δέ λέγεται τ’ όνομα του χωριού μου.

Tο τέλος μου θέ να γενεί εκεί όπου θα κρίνη,

Eκείνος που τα σύμπαντα του κόσμου διευθύνει.

 

Oι τελευταίοι στίχοι μου είναι στο ποίημά μου,

μή με παραξηγήσετε διά τα σφάλματά μου,

τέλος δέ δίδω του μικρού αυτού βιβλιαρίου,

Bαντεργκριφτ της Aμερικής στας Πέντε Γεναρίου.

Τέλος

john Cassimatis

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ Φ. 197, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2005 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο