Να ανησυχούμε: Κάτι δεν πάει καλά με τον Τραμπ
Στην εποχή μας διαπιστώνεται ότι υπάρχει άμεση σύνδεση της παγκόσμιας ισορροπίας με την προσωπική ισορροπία ορισμένων πανίσχυρων ηγετών. Εν προκειμένω, του Ντόναλντ Τραμπ. Ακόμη και αν δεν προσεγγίσουμε την κατάστασή του με ψυχιατρικούς όρους, είναι πασιφανές ότι κάτι δεν πάει καλά με τις αποφάσεις του. Το θέμα είναι ότι οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν όλον τον πλανήτη
Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 1964 στις ΗΠΑ, το περιοδικό Fact δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ έρευνας στο οποίο ορισμένοι ψυχίατροι χαρακτήριζαν τον υποψήφιο Μπάρι Γκολντγουότερ «ψυχικά ακατάλληλο» για την προεδρία, χωρίς να τον έχουν εξετάσει. Ο Γκολντγουότερ μήνυσε το περιοδικό και δικαιώθηκε. Επειτα από αυτό, η Ενωση Αμερικανών Ψυχιάτρων ενσωμάτωσε τον κανόνα «Goldwater rule» στον κώδικα ηθικής της, το 1973.
Με βάση τον κανόνα αυτόν, οι αμερικανοί ψυχίατροι απαγορεύεται να διατυπώνουν δημόσιες εκτιμήσεις για την ψυχική υγεία δημοσίων προσώπων χωρίς προσωπική εξέταση. Για έναν μη ειδικό, ωστόσο, η σχέση του αμερικανού προέδρου με την πραγματικότητα συχνά μοιάζει ασταθής, παρατηρεί ο Εντουαρντ Λους στους Financial Times. Ο ολοένα και μικρότερος κύκλος των αξιοσέβαστων υποστηρικτών του αποδίδει τις καθημερινές υπερβολές του σε σκόπιμο «τρολάρισμα» των αντιπάλων του. Υποστηρίζουν ότι απλώς προκαλεί τους φιλελεύθερους για να τους εκνευρίσει. Αυτή η σχεδόν παβλοφική δικαιολογία, όμως, φθίνει διαρκώς, κατά τον αρθρογράφο και επικεφαλής της αμερικανικής έκδοσης των FT.
Καθώς ο Τραμπ ετοιμάζει μια αμερικανική αρμάδα για πιθανή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή χωρίς να μπορεί να διατυπώσει με σαφήνεια τους στόχους της, μια ειλικρινής αποτίμηση των γεωπολιτικών κινδύνων οφείλει να συνυπολογίσει σοβαρά την ιδιοσυγκρασία του, σημειώνει ο Λους: «Το ότι λέει συχνά ανακρίβειες και ψεύδεται ασταμάτητα δεν αποδεικνύει αυτομάτως παραλογισμό. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι όταν ενθαρρύνεται να πιστεύει ο ίδιος τις υπερβολές του».
Πολλοί ξένοι ηγέτες επιχειρούν να διαχειριστούν το «φαινόμενο Τραμπ» κολακεύοντας τη ματαιοδοξία του. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος παρουσίασε τον Τραμπ ως «μπαμπά» που κάνει τις σκληρές, αναγκαίες κινήσεις για να προστατεύσει την οικογένειά του. Αν υποθέσουμε, γράφουν οι Financial Times, ότι ο Ρούτε δεν πιστεύει κυριολεκτικά αυτά που λέει, τότε στόχος του είναι να ενισχύσει τον εγωισμό του Τραμπ ώστε να επηρεάσει τις αποφάσεις του. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος τέτοιου είδους γλυκερές φιλοφρονήσεις να τον απομακρύνουν ακόμη περισσότερο από την πραγματικότητα.
Οταν ένας ηγέτης υπερεκτιμά τις ικανότητές του, οι άνθρωποι που του λένε την αλήθεια καθίστανται απολύτως αναγκαίοι. Ποιοι, όμως, παίζουν αυτόν τον ρόλο στο περιβάλλον του Τραμπ; Στο υπουργικό του συμβούλιο, το ερώτημα είναι σχεδόν ρητορικό. Κορυφαίοι αξιωματούχοι συναγωνίζονται σε επαίνους: η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι τον χαρακτήρισε τον σπουδαιότερο πρόεδρο στην Iστορία των ΗΠΑ· ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ μίλησε για μια νέα «χρυσή εποχή»· ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ αποκάλεσε πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση «την ισχυρότερη στην παγκόσμια Iστορία». Οι διατυπώσεις αυτές πλησιάζουν τη μυθοποίηση.
Ενας υπεύθυνος δημόσιος λειτουργός οφείλει να παρουσιάζει ρεαλιστικές επιλογές στον αρχηγό του κράτους, τονίζουν οι Financial Times. Μπορεί η Αμερική να είναι βέβαιη ότι οι εισηγήσεις που λαμβάνει ο Τραμπ για το Ιράν βασίζονται σε νηφάλιες και ρεαλιστικές αναλύσεις; Την ίδια στιγμή, οι εκκλήσεις ορισμένων φιλελεύθερων για ενεργοποίηση της 25ης Τροπολογίας, που επιτρέπει την απομάκρυνση προέδρου αν αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του, μοιάζουν φαντασιοπληξίες. Η διαδικασία απαιτεί πρωτοβουλία του αντιπροέδρου και πλειοψηφία του υπουργικού συμβουλίου. Είναι αδιανόητο ο Τζέι Ντι Βανς να στραφεί εναντίον του, καθώς η πολιτική επιβίωσή του εδράζεται στην απόλυτη πίστη προς τον Τραμπ.
Παρ‘ όλα αυτά, ο Τραμπ συναντά αυξανόμενα θεσμικά εμπόδια. Οσο περισσότερο περιορίζεται, τόσο πιθανότερο είναι να αντιδρά επιθετικά. Ενδεικτική ήταν η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, με ψήφους 6-3, να ακυρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δασμών του. Η οργή του στράφηκε ακόμη και εναντίον δικαστών που είχε ο ίδιος διορίσει, τους οποίους χαρακτήρισε «αχάριστους» και «αντιπατριώτες». Φαίνεται ότι αιφνιδιάστηκε, εκτιμούν οι Financial Times, καθώς συνεργάτες του τον είχαν διαβεβαιώσει ότι οι δασμοί στηρίζονταν σε στέρεη νομική βάση.
Εμπόδια συναντά και από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Ο πρόεδρός της, Τζερόμ Πάουελ, υπερασπίστηκε δημόσια την ανεξαρτησία της έπειτα από πιέσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ακόμη και αν αντικατασταθεί, δεν είναι βέβαιο ότι ο διάδοχός του θα αποδειχθεί πιο πειθήνιος, ιδίως σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός δημιουργεί ανησυχία και η επιτροπή καθορισμού επιτοκίων λειτουργεί συλλογικά.
Το σημαντικότερο, επισημαίνουν οι Financial Times, είναι ότι και η κοινή γνώμη εμφανίζει ρωγμές. Οι επιχειρήσεις της ICE προκαλούν δυσπιστία και αντιδράσεις, ενώ οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και κατώτερα δικαστήρια δυσκολεύουν τα σχέδια μαζικών απελάσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο θα κληθεί σύντομα να εξετάσει και την αμφισβήτηση του δικαιώματος ιθαγένειας εκ γεννήσεως, μια υπόθεση που μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τα όρια της προεδρικής ισχύος.
Πέρα από τη ρητορική περί «παραφροσύνης», ισχύει μετά βεβαιότητας αυτό που έχει αποκληθεί «κανόνας TACO (Trump Always Chickens Out)», καταλήγει το άρθρο του Λους στους Financial Times: ο Τραμπ τείνει να υποχωρεί όταν αντιλαμβάνεται ότι κινδυνεύει σοβαρά. Μπορεί να λειτουργεί ως νταής και νάρκισσος, αλλά κάνει πίσω όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ισχυρότερες δυνάμεις. Αυτό, όμως, προϋποθέτει να γνωρίζει το διακύβευμα. Οσοι, εντός και εκτός ΗΠΑ, του λένε μόνο όσα θέλει να ακούσει και όχι όσα χρειάζεται να γνωρίζει, παίζουν με τη φωτιά. Ο δρόμος προς την απερισκεψία στρώνεται με κολακείες.




















































































































Kythira Online











































































