Μήπως η Γαλλία του Ντε Γκολ είχε δίκιο για τους Αμερικανούς;
Η διατλαντική σχέση υπήρξε για δεκαετίες το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας και ευημερίας. Ωστόσο, η επάνοδος του Τραμπ στην αμερικανική προεδρία και η αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από τη δέσμευση των ΗΠΑ προς την Ευρώπη αναζωπυρώνουν ένα παλιό ερώτημα: μήπως η γαλλική επιμονή στη στρατηγική αυτονομία δεν ήταν ιδιορρυθμία, αλλά πρόωρη διορατικότητα;
Οι ευρωπαίοι ηγέτες που συγκεντρώθηκαν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου βρήκαν μια σχετική ανακούφιση στον πιο ήπιο τόνο που υιοθέτησαν φέτος απέναντί τους οι Ηνωμένες Πολιτείες. Πέρυσι, ο αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς τούς είχε προκαλέσει δυσφορία και απογοήτευση, όμως αυτή τη φορά ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, εμφανίστηκε πιο ευγενής. Παρέμεινε όμως επικριτικός.
Οι Ευρωπαίοι αποχώρησαν με την αίσθηση ότι, στον κόσμο του Τραμπ, οφείλουν να σταθούν στα πόδια τους μόνοι τους. Αυτό από μόνο του προκαλεί ανησυχία, γράφει ο Εconomist. Πέρα όμως από τη νευρικότητα που γεννά η απρόβλεπτη συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ, τους βαραίνει και μια άλλη, πιο άβολη σκέψη: μήπως τελικά η Γαλλία είχε δίκιο εδώ και καιρό;
Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν υπήρξε τόσο σταθερά δύσπιστη απέναντι στην αξιοπιστία του υπερατλαντικού συμμάχου, ούτε τόσο πεισματικά προσηλωμένη στην ιδέα της στρατηγικής αυτονόμησης. Οταν ο Σαρλ ντε Γκολ ανέλαβε την ηγεσία της Γαλλίας το 1958, προειδοποίησε τον γερμανό καγκελάριο, Κόνραντ Αντενάουερ, ότι οι Αμερικανοί δεν είναι «αξιόπιστοι ούτε σταθεροί» και ότι «δεν κατανοούν την ευρωπαϊκή ιστορία».
Ο Ντε Γκολ θεωρούσε ότι η παγκόσμια ισορροπία ισχύος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μεταβληθεί δραματικά, ακόμη και εις βάρος της ειρήνης. Το 1966 είχε ήδη αποκτήσει πυρηνικά όπλα, είχε αποσύρει τη Γαλλία από τη στρατιωτική διοίκηση του NATO και είχε απομακρύνει τις αμερικανικές δυνάμεις από το γαλλικό έδαφος.
Σήμερα, σημειώνει ο Economist, ο Εμανουέλ Μακρόν συχνά αντλεί έμπνευση από τον προκάτοχό του. Εδώ και χρόνια προωθεί την ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρώπης, αντιμετωπίζοντας συχνά αδιαφορία ή συγκαταβατικά χαμόγελα. Οταν, το 2019, μίλησε για «εγκεφαλικό θάνατο» του ΝΑΤΟ, πολλοί θεώρησαν ότι υπονομεύει τον διατλαντικό δεσμό. Πρόσφατα μίλησε για μια Αμερική «ανοιχτά εχθρική» και για μια βαθιά γεωπολιτική ρήξη.
Σε πρωτεύουσες πιο προσδεδεμένες στον ατλαντισμό, η προοπτική μιας Ευρώπης χωρίς την αμερικανική ομπρέλα προκαλεί αμηχανία. Στο Παρίσι, που διαθέτει ανεξάρτητη πυρηνική δυνατότητα, διαστημικά προγράμματα και δική του αμυντική βιομηχανία, η σημερινή συγκυρία μοιάζει με δικαίωση. Αν όμως η Γαλλία είχε δίκιο, διερωτάται ο Economist, γιατί η Ευρώπη δεν ακολούθησε; Οι απαντήσεις μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις παρατηρήσεις: η Γαλλία είχε δίκιο, αλλά μίλησε πρόωρα· είχε δίκιο, αλλά δεν ήταν πειστική· είχε δίκιο, αλλά συχνά εκνεύριζε τους εταίρους της.
Μετά τον πόλεμο, η αμερικανική ηγεμονία θεωρήθηκε από τους περισσότερους Ευρωπαίους ως εγγύηση σταθερότητας και όχι απειλή. Η κρίση του Σουέζ, το 1956, οδήγησε τον Ντε Γκολ σε δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ. Η Βρετανία, αντίθετα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δράσει χωρίς την αμερικανική στήριξη και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον δεσμό της με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία, δεσμευμένη από το παρελθόν της, δεν μπορούσε να προβάλλει ανεξάρτητη ισχύ. Πολλοί Ευρωπαίοι ένιωθαν ασφαλέστεροι κάτω από την αμερικανική προστασία και έβλεπαν τη γαλλική τάση για αυτονόμηση ως ριψοκίνδυνη.
Και η ίδια η Γαλλία, επισημαίνει ο Economist, δεν υπήρξε πάντοτε συνεπής με το όραμά της. Για δεκαετίες, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έδωσε προτεραιότητα σε κοινωνικές πολιτικές που περιόρισαν τη δυνατότητα ενίσχυσης της στρατηγικής της ισχύος. Ακόμη και σήμερα δαπανά πολλαπλάσια ποσά για συντάξεις απ’ ό,τι για άμυνα.
Ορισμένοι διερωτώνται πώς μπορεί να διεκδικεί στρατηγική αυτονομία μια χώρα που βασίζεται στον δανεισμό για να χρηματοδοτεί το κοινωνικό της κράτος. Επιπλέον, η προτροπή της για «αγορά ευρωπαϊκών» οπλικών συστημάτων εκλαμβάνεται συχνά ως έμμεση προώθηση της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας. Οταν το Παρίσι ζητά κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό για επανεξοπλισμό, ορισμένοι ακούν απλώς κάλεσμα να πληρώσουν άλλοι το λογαριασμό.
Υπάρχει, τέλος, και το ζήτημα του ύφους. Η Γαλλία θεωρεί τον εαυτό της σοβαρό πυλώνα της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, αλλά συχνά ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνει τις θέσεις της εκλαμβάνεται ως αλαζονικός. Ο Ντε Γκολ, θυμίζει ο Economist, είχε μποϊκοτάρει για μήνες τα ευρωπαϊκά όργανα για να επιβάλει τη θέση του. Ο Ζακ Σιράκ είχε επικρίνει δημοσίως τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για τη στήριξή τους στον πόλεμο του Ιράκ. Και ο Μακρόν δεν διστάζει να υιοθετεί θεατρικές κινήσεις που άλλοι θαυμάζουν και άλλοι θεωρούν υπερβολικές.
Η Γαλλία έχει κάνει κι εκείνη τα λάθη της. Η έμφαση στη «μεγαλοπρέπεια» συχνά κάλυπτε την αδυναμία αποδοχής της μετα-αποικιακής πραγματικότητας, με αμφίβολα αποτελέσματα σε περιοχές όπως η Σαχέλ. Υποστηρίζει την ευρωπαϊκή ενοποίηση όταν τη συμφέρει, αλλά αντιστέκεται όταν πλήττονται συγκεκριμένα συμφέροντά της.
Παρ’ όλα αυτά, καταλήγει ο Economist, η σταθερή επιμονή της στην ανάγκη στρατηγικής ανεξαρτησίας αποκτά σήμερα νέο βάρος. Καθώς οι Ευρωπαίοι αναλογίζονται σοβαρά το ενδεχόμενο μιας πιο αποστασιοποιημένης Αμερικής, ορισμένοι ελπίζουν ότι πρόκειται για παροδική φάση. Αλλοι φοβούνται το κόστος της αυτονόμησης.
Η Γαλλία, συχνά ενοχλητική και υπερήφανη, σπανίως δίστασε να εκφράσει τη διαφορετική οπτική της. Μπορεί να μη λάβει εύκολα αναγνώριση από τους εταίρους της. Ομως η ιδέα ότι ίσως είχε δίκιο εξακολουθεί να αιωρείται· ενοχλητική, επίμονη και δύσκολα απορριπτέα.















































































































Kythira Online













































































